Δευτέρα 28 Μαΐου 2018

Παναγία Παντάνασσα, προστάτις Σικίνου Ἡ θαυματουργὸς εὕρεση τῆς εἰκόνας τῆς Θεοτόκου


Γράφει ὁ πρωτοπρεσβύτερος Σπυρίδων Βουρλάκος,
Ἀρχιερατικὸς Ἐπίτροπος Σικίνου
Τὰ παλιὰ τὰ χρόνια, στὸ μικρὸ νησὶ τῆς Σίκινου, ποὺ βρίσκεται μεταξὺ τῶν νησιῶν Ἴου καὶ Φολεγάνδρου καὶ βόρεια τῆς Σαντορίνης, ὑπῆρχαν πολλὲς ἰδιόκτητες ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες εἶχαν καὶ τὸν ἐφημέριό τους. Στὸν ἐφημέριο λοιπὸν μίας ἐξ αὐτῶν τῶν ἐκκλησιῶν, ποὺ ἦταν ἀφιερωμένη στὸν Τίμιο Πρόδρομο, συνέβη τὸ παρακάτω θαυμαστὸ γεγονός.
Ἕνα βράδυ εἶδε στὸν ὕπνο του μία θαυμάσια καὶ μεγαλοπρεπῆ γυναίκα, ἡ ὁποία τὸν προέτρεπε νὰ πάει στὸ βόρειο μέρος τοῦ νησιοῦ, στὴ θέση τοῦ Καρρᾶ, στὸ αὐλάκι νὰ τὴν παραλάβει. Τὸ πρωὶ ὁ Ἱερέας διηγήθηκε τὸ ὄνειρό του στὴν πρεσβυτέρα καὶ ἡ ὁποία ὅμως τὸν συμβούλευσε νὰ μὴν δίνει προσοχὴ στὰ ὄνειρα. Αὐτὸ τὸ ὄνειρο ἐπαναλήφθηκε καὶ τὴν ἑπομένη βραδιὰ καὶ ὁ Ἱερέας πάλι ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὴν ἀποτροπὴ τῆς πρεσβυτέρας του, ἀδιαφόρησε. Τὴν τρίτη βραδιὰ παρουσιάστηκε καὶ πάλι ἡ ὀπτασία αὐτῆς τῆς θαυμαστῆς γυναίκας, ἡ ὁποία τὸν ἔλεγξε γιὰ τὴν ἀπιστία του καὶ τοῦ εἶπε ὅτι ἂν δὲν πάει, θὰ πάθει μεγάλο κακό.
Ἔντρομος ὁ Ἱερέας ξύπνησε, φόρεσε τὸ ράσο του καὶ χωρὶς νὰ πεῖ σὲ κανέναν τίποτα, ἔφυγε ἀμέσως γιὰ τὸ μέρος ποὺ τοῦ εἶχε ὑποδείξει ἡ γυναίκα στὸν ὕπνο του. Μόλις ἔφτασε στὸ μέρος ἐκεῖνο, ποὺ ἦταν βραχῶδες καὶ παραθαλάσσιο, εἶδε φῶς (σὰν καντήλι) πάνω στὴ θάλασσα καὶ κοντὰ στὴν ἀκτή. Ὅταν πλησίασε, ἀντὶ τοῦ φωτὸς εἶδε μία εἰκόνα ποὺ στεκόταν ὄρθια πάνω στὴ θάλασσα. Ἀμέσως ἔβγαλε τὰ ὑποδήματά του, ἀνασκούμπωσε τὸ ῥάσο του καὶ μπῆκε στὴ θάλασσα γιὰ νὰ πιάσει τὴν εἰκόνα. Ὅσο ὅμως ὁ ἱερέας πλησίαζε, τόσο ἀπομακρύνονταν ἡ Ἁγία Εἰκόνα στὴ θάλασσα. Ἐνῷ συνέχισε κολυμπώντας, ὅλες οἱ προσπάθειες ἀπέβαιναν μάταιες.
Ἀπελπισμένος ὁ Ἱερέας βγῆκε ἀπὸ τὴ θάλασσα καὶ ἀναχώρησε γιὰ τὴν κωμόπολη. Ἐκεῖ ἀνακοίνωσε τὸ γεγονὸς καὶ μὲ κωδωνοκρουσίες ὅλοι οἱ ἱερεῖς ἐνδεδυμένοι μὲ τὰ ἄμφιά τους καθὼς καὶ ὁ λαὸς μὲ λαμπάδες καὶ ἑξαπτέρυγα ἀναχώρησαν γιὰ τὸ προαναφερθὲν σημεῖο καὶ εἶδαν τὴν ἁγία εἰκόνα νὰ στέκεται ὄρθια ἐπὶ τῆς θαλάσσης. Τότε ὁ ἱερέας ποὺ εἶχε δεῖ τὸ ὅραμα, γονάτισε καὶ προσευχήθηκε. Ἔτσι μπόρεσε καὶ παρέλαβε ἀπὸ τὴ θάλασσα τὴν Ἁγία Εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Στὴν συνέχεια ἐν πομπῇ καὶ μὲ ψαλμοὺς μετέφεραν τὴν ἁγία εἰκόνα τῆς Θεοτόκου στὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Προδρόμου, ὅπου ἦταν ἐφημέριος ὁ Ἱερέας.

Γέρων Νεκτάριος Μοναχὸς Ἁγιορείτης Παναγία ἡ Ἀρβανίτισσα ΟΥΡΑΝΙΑ ΕΚΠΛΗΞΗ: Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΑΡΒΑΝΙΤΙΣΣΑ ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΣΤΟΥΣ ΣΩΦΡΟΝΑΣ



Ὁ ρωμαίικος χαρακτήρας σωτήριος διέξοδος στὴν ἀπώλεια τοῦ ἔθνους

(Συνέγραψα τὴν 2.10.2006, Ἅγίων Κυπριανοῦ καὶ Ἰουστίνης,
στὴν Ἱερὰ Καλύβη Ἁγίας Τριάδος - Ἱερᾶς Σκήτεως Κουτλουμουσίου).

Εἰς τὸ ὄνομα Ἐκείνου ποὺ εἶπε ὅτι εἶναι, καὶ ὄντως εἶναι ἡ Ἀλήθεια, ἡ Ἀγάπη, τὸ Φῶς, ὁ Ποιμὴν ὁ καλός, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ Θεὸς ἡμῶν.
Γνωρίζω ἕναν χαρακτήρα, ὁ ὁποῖος πολλὲς φορὲς ἀναρωτιέται, πόσες ἀκόμα περισσότερες εὐχαριστίες πρέπει νὰ ἀναπέμψω στὸν Κύριο Ἰησοῦ γιὰ τὴν χάρη ποὺ μοῦ ἔδωσε νὰ μὲ συναρπάζῃ ἡ δική του ἀλήθεια. Ὠφελοῦμαι, λέει, ἀκόμα καὶ ὅταν τὴν ἀγνοῶ, καὶ μὲ ἕναν σοφὸ ὅσο καὶ ἁπλὸ τρόπο μοῦ τὴν ἀποκαλύπτει. Ταπεινώνομαι γιὰ τὴν ἄγνοιά μου, προσδιορίζω ἀκριβῶς τὴν μικρότητά μου, καὶ αὐτὴ ἡ φωτογράφηση σὲ λεπτομέρεια τοῦ ἑαυτοῦ μου ὁλοκληρώνεται μὲ ἀκόμα ἕνα θεῖο δῶρο, αὐτὸ τῆς κατὰ Θεὸν «αὐτογνωσίας». Ὅταν κατέχω τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴ χάρη Του, ἡ βεβαιότητα στὴν καρδιά μου εἶναι ἀνίκητη. Γίνομαι ἄτρεπτος στὶς προτάσεις γιὰ ἀλλαγὴ στάσης ζωῆς, παρ᾿ ὅλους τοὺς πειρασμοὺς ποὺ μπορεῖ νὰ φθάνουν ἕως τὸν χλευασμό, τὴν ὕβρη ἢ καὶ τὴν συκοφαντία. Ἡ καρτερικότητα καὶ ἡ ὑπομονή, «ἐν τῇ ὑπομονῇ κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν», βιάζει τὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, καὶ τὰ ἐλέη τοῦ Θεοῦ ἔρχονται πλούσια σὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή μου.
Ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ μοῦ ἀποκαλύπτει ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα γιὰ νὰ τεκμηριώσω τὴν ὀρθότητα αὐτῆς τῆς στάσης ζωῆς ἕως τὴν τελικὴ νίκη, πρῶτα στὸν ἑαυτό μου καὶ μετὰ στὸν αἰσθητὸ κόσμο. Αὐτὸς ὁ κόσμος ποὺ ἀπροκάλυπτα πλέον, ὅταν βλέπη κάποιον ὁ ὁποῖος δὲν ἀλλάζει συχνὰ στάση ζωῆς κατὰ τὸ πρότυπο τῆς αἱρέσεως τῶν Προτεσταντῶν, τὸν ἀποκαλεῖ «Ξεροκέφαλο Ἀρβανίτη». Ἔπρεπε, σύμφωνα μὲ τὸ σατανικὸ σχέδιο ποὺ ἐνεργεῖται ἕως καὶ τὶς ἡμέρες μας, νὰ χλευασθοῦν καὶ νὰ «λουφάξουν» οἱ «ΡΩΜΗΟΙ» (1) ποὺ ἔδωσαν πνοὴ στὸ «Ρωμαίικο», γιὰ νὰ μὴν ὑπάρχῃ ὑποστατικὴ σύνδεση Ρωμιοῦ καὶ Ρωμιοσύνης, καὶ ἔτσι σὺν τῷ χρόνῳ νὰ ξεχασθοῦν καὶ τὰ δυὸ καὶ νὰ θεωρηθοῦν καὶ τὰ δυὸ βλαπτικὰ ἢ ἀκόμα καὶ ἐχθρικὰ γιὰ τὸ Νεοελληνικὸ ἐθνικὸ κράτος. Ἡ ἀλλοίωση ἱστορικῶν γεγονότων, ἀκόμα καὶ βίων Νεομαρτύρων, ὅλα σὲ βάρος τῶν πρωτοελλήνων καὶ πρωτοηρώων Ἀρβανιτῶν, ἡ εὐτραπελία σὲ βάρος τῶν Ποντίων καὶ τῶν Βλάχων, ἐπιβεβαιώνει τὴν παραπάνω τοποθέτηση.

Παναγία Νεαμονήτισσα καὶ Νέα Μονὴ Χίου



Εὕρεση τῆς Ἁγίας Εἰκόνας καὶ ἀνέγερση τῆς Νέας Μονῆς

Οἱ τρισμακάριστοι καὶ θειότατοι πατέρες, Νικήτας, Ἰωάννης καὶ Ἰωσήφ, εἶναι γεννήματα καὶ θρέμματα τῆς νήσου Χίου. Δὲν γνωρίζουμε νὰ ποῦμε ἀκριβῶς ἐὰν ἦταν ἀπὸ τὴ Χώρα ἢ ἀπὸ κάποιο χωριό. Θὰ ἦταν βέβαια πολὺ ἐπιθυμητὸ νὰ ξέρουμε τὴν πατρίδα τους, τὰ ὀνόματα τῶν γονέων τους καὶ πῶς πῆραν τὴν εὐλογημένη ἀπόφαση νὰ μονάσουν καὶ νὰ δοθοῦν «ψυχῇ τε καὶ σώματι» στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό.
Συμπεραίνουμε ὅμως ὅτι θεῖος ἔρωτας φούντωσε στὶς τρυφερὲς καὶ ἁγνὲς καρδιές τους καὶ ἔτσι τοὺς βρίσκουμε νὰ ἀγωνίζονται τὸν ἀγῶνα τὸν καλό, χωρὶς νὰ γνωρίζουμε ποιὰ ἀκριβῶς χρονολογία ἀσκήτεψαν.
Περὶ τὸ 1036-1042 μ.Χ., ὅταν στὴν Κωνσταντινούπολη βασίλευαν ὁ Μιχαὴλ Δ´ ὁ Παφλαγὼν καὶ μετέπειτα ὁ Μιχαὴλ Ε´ ὁ Καλαφάτης, ἀνεφάνησαν καὶ ἔγιναν γνωστοὶ στὸν κόσμο οἱ ὅσιοι Πατέρες. Ὁ τόπος, ὅπου ἀσκήτεψαν, ἦταν ἕνα ψηλὸ βουνό, ποὺ ἔφερε τὸ ὄνομα Προβάτειον Ὄρος. Στὴν ἀρχὴ ἦταν μόνον οἱ δύο αὐτάδελφοι Νικήτας καὶ Ἰωάννης. Κατόπιν ἦρθε νὰ προστεθεῖ μαζί τους καὶ ὁ μακάριος Ἰωσήφ. Ἐπιθυμοῦσαν πολὺ νὰ καθαρίσουν τὴν ψυχή τους ἀπὸ κάθε κοσμικὴ ἐπιθυμία καταφρονώντας ὅλα τὰ γήινα καὶ πρόσκαιρα καὶ ἀναζητώντας τὰ οὐράνια καὶ αἰώνια.
Γι᾿ αὐτὸ ἀγωνίστηκαν καὶ ἔφτασαν σὲ μεγάλα ὕψη ἀρετῶν, ἀφοῦ γιὰ πρότυπο καὶ παράδειμά τους εἶχαν τὴν ἀσκητικὴ πολιτεία τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου, ποὺ μὲ ζῆλο καὶ αὐταπάρνηση ἀκολούθησαν. Βασάνιζαν καὶ σκληραγωγοῦσαν τὸ σῶμα τους μὲ νηστεία, προσευχή, ἀγρυπνία καὶ ἐγκράτεια καὶ μόνο μιὰ φορὰ τὴν ἑβδομάδα γεύονταν λίγο ψωμὶ καὶ νερό. Ἀνέπαυαν μὲ λίγο ὕπνο τὸ σῶμα τους ὄχι σὲ στρῶμα, ἀλλὰ κατάχαμα στὴ γῆ καὶ τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς τους τὸν ξόδευαν σὲ ὁλονύκτιες στάσεις καὶ ὁλημερινὲς προσευχές. Μὰ καὶ ὁ τόπος ποὺ ἀσκήτευαν δὲν ἦταν εὔκολος. Ὅπως εἴπαμε, ἦταν βουνὸ πετρῶδες, δυσκολοπερπάτητο, χωρὶς νερὸ ἐκεῖ κοντά. Ἐκτὸς αὐτοῦ, ψηλὸ καθὼς ἦταν τὸ βουνό, τὸ χτυποῦσαν οἱ ἄνεμοι ἀπὸ παντοῦ. Γι᾿ αὐτὸ τὸ χειμῶνα ἔκανε ὑπερβολικὸ κρύο καὶ ἔπεφταν πολλὰ χιόνια. Γιὰ τοὺς ἀγῶνες αὐτοὺς ποὺ χωρὶς γογγυσμὸ ὑπέμεναν ὁ Θεὸς τοὺς ἀξίωσε νὰ ἁρπάζονται σὲ θεῖες θεωρίες. Μὲ τὴν καθαρότητα ποὺ εἶχαν ἀποκτήσει ἔβλεπαν πολλὲς φορὲς τὴ νύχτα φῶς νὰ λάμπει μέσα στὸ δάσος. Κατέβαιναν μὲ μεγάλη προθυμία τὴν ἡμέρα θέλοντας νὰ δοῦν τί ἦταν ἐκεῖνο τὸ φῶς στὸ δάσος, ἀλλά, ἐνῶ πλησίαζαν, χανόταν καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ βροῦν. Αὐτὸ ἔγινε ἀρκετὲς φορὲς χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ἔτσι πῆραν τὴν ἀπόφαση νὰ κάψουν τὸ δάσος καί, ἐὰν ἦταν ἐκ Θεοῦ τὸ φῶς ποὺ ἔβλεπαν, ὁ τόπος ἐκεῖνος δὲ θὰ καιγόταν. Οἱ φλόγες τῆς φωτιᾶς ἄρχισαν νὰ καῖνε τὸ πανέμορφο δάσος. Φτάνοντας ὅμως στὸ σημεῖο ποὺ ἔβγαινε τὸ φῶς ἡ φωτιὰ ἔσβησε χωρὶς νὰ τὸ κάψει. Ἀμέσως λοιπὸν οἱ Ὅσιοι, μόλις εἶδαν τὴν πυρκαγιὰ νὰ σβήνει, πλησίασαν καὶ μὲ ἔκπληξη εἶδαν μιὰ μυρσίνη ἀπείρακτη ἀπὸ τὶς φλόγες καὶ μιὰ Ἁγία εἰκόνα τῆς Θεομήτορος στὰ κλαδιά της. Ἡ Θεομήτωρ Μαρία εἰκονιζόταν μόνη της, χωρὶς τὸ μονογενὲς βρέφος της, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Πῶς ἡ εἰκόνα βρέθηκε στὴ μυρσίνη δὲν εἶναι γνωστό.

Ιστορικές εικόνες της ” Πρόσφυγος ” Παναγίας στον Ελλαδικό χώρο.


 Του πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.
Τα δύο μεγάλα ιστορικά γεγονότα της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού(1919) και της Μικρασιατικής καταστροφής(1922) έγιναν αφορμή να μεταφερθούν ιερές Θεομητορικές εικόνες από τον Πόντο και την Μικρά Ασία στην Ελλάδα.Μερικές από αυτές αναφέρονται παρακάτω.
Παναγία Σουμελά 
Η Μονή Παναγίας Σουμελά ή Μονή Σουμελά, είναι ένα πασίγνωστο χριστιανικό ορθόδοξο μοναστήρι κοντά στην Τραπεζούντα, σύμβολο επί 16 αιώνες του Ποντιακού Ελληνισμού.
Σύμφωνα με την παράδοση, το 386 οι Aθηναίοι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος οδηγήθηκαν στις απάτητες βουνοκορφές του Πόντου μετά από αποκάλυψη της Παναγίας, με σκοπό να ιδρύσουν το μοναχικό της κατάλυμα. Eκεί, σε σπήλαιο της απόκρημνης κατωφέρειας του όρους, σε υψόμετρο 1063 μέτρα, είχε μεταφερθεί από αγγέλους η ιερή εικόνα της Παναγίας της Aθηνιώτισσας, την οποία, πάντα κατά την παράδοση, εικονογράφησε ο Eυαγγελιστής Λουκάς.
Oι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος έκτισαν με τη συμπαράσταση της γειτονικής μονής Bαζελώνα κελί και στη συνέχεια εκκλησία μέσα στη σπηλιά, στην οποία είχε μεταφερθεί θαυματουργικά η εικόνα.
Mε ενέργειες του πρωθυπουργού της Eλλάδας Eλευθερίου Bενιζέλου, το 1930, όταν στα πλαίσια της προωθούμενης τότε ελληνοτουρκικής φιλίας ο Tούρκος πρωθυπουργός Ισμέτ Ινονού επισκέφτηκε την Αθήνα, δέχτηκε μια αντιπροσωπεία να πάει στον Πόντο και να παραλάβει τα σύμβολα της ορθοδοξίας και του ελληνισμού.
Tο 1930 ζούσαν μόνο δύο καλόγεροι του πανάρχαιου ιστορικού μοναστηριού. O υπέργηρος Iερεμίας στον Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης, ο οποίος αρνήθηκε να πάει λόγω και της προχωρημένης ηλικίας του και γιατί δεν ήθελε να ξαναζήσει τις εφιαλτικές σκηνές της τουρκικής βαρβαρότητας και ο Aμβρόσιος Σουμελιώτης, προϊστάμενος στην εκκλησία του Aγίου Θεράποντα της Tούμπας στη Θεσσαλονίκη. Aπό τον μοναχό Iερεμία έμαθε ο Aμβρόσιος την κρύπτη των ανεκτίμητων κειμηλίων. Στις 14 Οκτωβρίου έφυγε ο Aμβρόσιος, εφοδιασμένος με ένα κολακευτικό συστατικό έγγραφο της τουρκικής πρεσβείας για την Kωνσταντινούπολη και από εκεί για την Tραπεζούντα, με προορισμό την Παναγία Σουμελά. Λίγες μέρες αργότερα επέστρεφε στην Aθήνα όχι μόνο με τα σύμβολά μας, αλλά και με τον Πόντο, όπως είχε γράψει τότε ο υπουργός Προνοίας της κυβέρνησης του Eλευθερίου Bενιζέλου Λεωνίδας Iασωνίδης: «Eν Eλλάδι υπήρχαν οι Πόντιοι, αλλά δεν υπήρχεν ο Πόντος. Mε την εικόνα της Παναγίας Σουμελά ήλθε και ο Πόντος».
H εικόνα φιλοξενήθηκε για 20 χρόνια στο Bυζαντινό Mουσείο της Aθήνας. Πρώτος ο Λεωνίδας Iασωνίδης πρότεινε το 1931 τον επανενθρονισμό της Παναγίας Σουμελά σε κάποια περιοχή της Eλλάδας.,
Πράγματι, το 1951 ο Kρωμναίος οραματιστής και κτήτωρ Φίλων Kτενίδης έκανε πράξη την επιθυμία όλων των Ποντίων, με τη θεμελίωση της Νέας Παναγίας Σουμελά στις πλαγιές του Βερμίου στην Καστανιά της Βέροιας.
Παναγία η Μηχανιώτισσα 

Η Νέα Μηχανιώνα συνδέεται άρρηκτα με την Παναγία Φανερωμένη, στην οποία οφείλει και την μεγάλη φήμη της. Είναι ο νέος τόπος, τον οποίο «ηηρετίσατο είς κατοικίαν έαυτής», όταν, μετά την φοβερή Μικρασιατική καταστροφή, οι ξεριζωμένοι Μηχανιώτες της Χερσονήσου της Κυζίκου εγκαταστήθηκαν, ως πρόσφυγες, εδώ, φέρνοντας μαζί τους ό,τι ποιο ιερό είχαν, την Αγία και Θαυματουργό Εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης, η οποία ήταν γι΄αυτούς πάντοτε «έν ταίς θλίψεσι βοηθός» και «έν τοίς κινδύνοις ρύστις και προστάτις έν τοίς πειρατηρίοις .»
Παναγία η Βουρλιώτισσα
Η Παναγία η επονομαζόμενη Βουρλιώτισσα της οποίας ο ιερός Ναός βρίσκεται στην συμβολή της ομώνυμης οδού με την οδό Βρυούλων, τιμάται ως πολιούχος της Νέας Φιλαδέλφειας, μιας αμιγώς προσφυγικής μητρόπολης. Ο εορτασμός της Ιεράς Θαυματουργού εικόνας της Θεοτόκου της Οδηγήτριας, η οποία φυλάσσεται ως πολύτιμο θησαύρισμα από το έτος 1927, οπότε και μεταφέρθηκε από τα μαρτυρικά Βουρλά της Μικράς Ασίας, θα πραγματοποιείται την πρώτη Κυριακή του μήνα Οκτωβρίου όπως άλλωστε έχει ήδη αποφασιστεί από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, μετά από πρόταση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ.κ Κωνσταντίνου.
Ο χώρος που βρέθηκε το εικόνισμα της Παναγίας, ήταν έρημος και γεμάτος βουρλιές, γι’ αυτό και τα Βουρλά πήραν το όνομά τους, διότι ο τόπος τριγύρω είχε πολλές βουρλιές. Ενας βοσκός που έβοσκε εκεί το κοπάδι του, έβλεπε τις νύχτες να φέγει ανάμεσα στα χόρτα, κάποιο φως, αλλά και την ημέρα έβλεπε κάποιο πρόβατό να πηγαίνει προς τα κει και να χάνεται μέσα στη πυκνή βλάστηση.
Το παρακολούθησε ο βοσκός και τότε ανακάλυψε ότι εκεί έτρεχε ένα μικρό ποταμάκι σαν Αγίασμα, αλλά υπήρχε και μια εικόνα, θαυμαστής τέχνης. Ο βοσκός γονάτισε, σταυροκοπήθηκε και πήρε την εικόνα. Το γεγονός μαθεύτηκε και οι Χριστιανοί με ευλάβεια, έχτισαν καταρχήν μικρή εκκλησία για να φυλάξουν το μικρό εικόνισμα και την ονόμασαν Εύρεση.
Το 1689, ανεγέρθη τρίκλιτος ναός που ξεχώριζε διότι το τέμπλο του, ξύλινο, σκαλισμένο, ήταν ιδιαίτερης καλλιτεχνικής αξίας. Οι εικόνες του ήταν όλες ασημοσκεπασμένες με αργυρόχρυσα καντήλια. Αριστερά της ωραίας πύλης, στο τέμπλο, ήταν θρονισμένη η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Βουρλιώτισσας. Η εικόνα παρίστανε την Παναγία την Οδηγήτρια και ήταν πολύ παλιά με φθαρμένα τα χαρακτηριστικά των προσώπων με έντονα τα σημάδια από το διάβα των χρόνων.
Λέγεται ότι η εικόνα είχε ζωγραφιστεί από τον Αγιο Λουκά. Σε Βουρλιώτικη εφημερίδα το 1873, γράφει ήταν βυζαντινών χρόνων και επειδή μόλις διακρινόταν τα χαρακτηριστικά του προσώπου, οι Τούρκοι την αποκαλούσαν Καρά – Παναγία, δηλαδή Μαύρη – Παναγιά. Ολο το εικόνισμα ήταν σκεπασμένο, με ασημένιο κάλυμμα, έξοχης τέχνης, ενώ τα χέρια και τα φωτοστέφανα της Παναγίας και του Χριστοιύ, ήταν σκεπασμένα με φύλλο χρυσού. Είχαν δε πρόσθετα στέφανα, όπου πάνω ήταν πολύτιμα πετράδια. Πάνω δε στο στέμμα της Παναγίας, υπήρχαν δέκα διαμαντόπετρες, μεγάλης αξίας. Για τη θαυματουργή αυτή εκόνα μιλούσαν όχι μόνο στη Σμύρνη αλλά και σε όλη τη Μικρή Ασία. Μάλιστα, και οι Τούρκοι λένε πως τους έκανε θαύματα η Παναγία. Το δεκαπενταύγουστο σύρρεε στα Βουρλά, πληθώρα προσκυνητών. Ξεκινούσαν τις παραμονές από τις πόλεις και τα χωριά, με αραμπάδες και με καΐκια από τα Καράμπουρνα και τις Φώκεες.

Παναγία Σκουπιώτισσα


Αὕτη ἡ θαυματουργὸς εἰκὼν τῆς Θεοτόκου προέρχεται ἐκ χωρίου Σκουπιῶν Προκονήσου Προποντῖδος, σήμερον εὑρίσκεται εἰς τὰ Νέα Ῥόδα Χαλκιδικῆς. Ἑορτάζει εἰς τὰς 23 Αὐγούστου.
Ἀφιεροῦται τόδε πόνημα εἰς τὸν ἀοίδιμο προπάτορά μου Εὐστράτιο Γρηγορίου Μαμαλοῦγκο (Σκουπιὰ 1895 - Αἴγιον 1999).

Ἀντὶ Προλόγου

Μετὰ ἀπὸ τὸν Χριστό, τὸν Δημιουργό, Σωτῆρα καὶ Θεό μας, ἰδιαίτερα, ὅλοι οἱ Ὄρθοδοξοι Χριστιανοί, τιμοῦμε καὶ σεβόμεθα τὴν Παναγία, τὴν μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ πνευματικὴ μητέρα ὅλων μας. Διότι, ἡ Θεοτόκος Μαρία, ἔγινε τὸ ἐκλεκτὸ ὄργανο τῆς εὐδοκίας τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ νὰ φέρῃ, μὲ Πνεῦμα Ἅγιο, τὸν Θεό, μὲ σάρκα εἰς τὴν γῆ, γιὰ νὰ μπορέσῃ ὁ ἄνθρωπος νὰ θεοποιηθῇ. Ἡ εὐλάβειά μας πρὸς τὴν Παναγία ὀφείλεται εἰς τὴν μεγάλη χάρη ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ τὴν καθαρότητα τῆς ζωῆς της, τὴν βαθειὰ ὑπακοὴ εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὴν ταπείνωσί της καὶ γενικὰ τὸ μεγάλο πλῆθος τῶν ἀρετῶν της. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὴν ὀνομάζουμε Κεχαριτωμένη καὶ ἀνωτέρα τῶν ἀγγελικῶν ταγμάτων. Ἀκόμη τὴν νοιώθουμε πολὺ κοντά μας, διότι ἀδιάκοπα εὐεργετεῖ καὶ βοηθεῖ ὅλες ἐκεῖνες τὶς ψυχές, ποὺ μὲ πίστη προσφεύγουν εἰς τὴν χάρη της καὶ μὲ καθαρὴ προσευχὴ ζητοῦν τὴν μεσιτεία καὶ τὸ ἔλεός της. Ἔχει πολὺ δύναμη ἡ μεσιτεία της, πρὸς εὐμένεια τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Εἰς τὴν λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας φαίνεται τὸ στοιχεῖο αὐτό, ἀπὸ τὰ πολλὰ τροπάρια ποὺ χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ ἐκφράσῃ ὕμνους παρακλητικούς, εὐχαριστήριους καὶ δοξολογίας πρὸς τὴν Πανύμνητο Κόρη, τὴν Ὑπέρμαχο Στρατηγό, τὴν λυτρωσαμένη ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας καὶ εἰς τὴν ὁποία κάθε μας ἐλπίδα ἀναθέτουμε καὶ ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Κύριο, ὅπως μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου μας σώσῃ ὁ Σωτὴρ Χριστός.
Ἡ πρὸς τὴν Παναγία τιμὴ φαίνεται καὶ ἀπὸ τοὺς ἀναρίθμητους Ναούς, τὰ Μοναστήρια, τὰ ἐξωκκλήσια, ὡς καὶ ἀπὸ τὰ ἀμέτρητα ὀνόματα τῆς Παναγίας ποὺ φέρουν οἱ Χριστιανοί μας.
Ὑπάρχουν καὶ πολλὲς θαυματουργικὲς εἰκόνες τῆς Παναγίας μας, μερικὲς ἔχουν ἱστορία καὶ παράδοση πολλῶν αἰώνων, φθάνουν μέχρι τὰ χρόνια τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Μία δὲ ἀπὸ τὶς σεβάσμιες καὶ θαυματουργικὲς εἰκόνες τῆς Παναγίας, ποὺ κατὰ τὴν παράδοση χρονολογεῖται γιὰ πολὺ παλαιά, τὴν ἐποχὴ τῶν Ἀποστόλων, εἶναι καὶ ἡ Παναγία ποὺ εὑρίσκεται τώρα στὸ χωριὸ Νέα Ῥόδα τῆς Χαλκιδικῆς.
Στὸ ἀκόλουθο κείμενο ἀναφέρεται τὸ ἱστορικὸ τῆς θαυματουργοῦ εἰκόνος καὶ δυὸ μόνον θαύματα ἀπὸ τὰ πάρα πολλὰ πρὸς δόξα Θεοῦ καὶ ἐνίσχυση τῶν Χριστιανῶν μας. Σκοπὸς τοῦ μικροῦ αὐτοῦ βιβλιαρίου εἶναι νὰ καταστήσῃ γνωστὸν εἰς τοὺς πιστοὺς ὅτι ἡ εἰκὼν τῆς Παναγίας ἀποτελεῖ μεγάλη εὐλογία γιὰ τὸ χωριὸ τῶν Νέων Ῥόδων, ἀλλὰ καὶ εὐθύνη ὅλων, διότι, καλοῦνται νὰ ζοῦν χριστιανικὰ καὶ νὰ τιμοῦν μὲ ἔργα τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ τοὺς προστατεύῃ καὶ εἰσακούῃ ἡ Παναγία.

Προκονησιακὰ ἱστορικά: Τὰ Σκοπιὰ (Σκουπιά)

ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΕΥΡΕΣΕΩΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ ΕΙΚΟΝΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΗΣ

Εὐλόγησον Πάτερ.
Εὑρισκόμενος εἰς ταύτην, τὴν νῆσον τῶν Κυθήρων ἕνας ἐρημότοπος, λεγόμενος Μυρτίδια, (διατὶ ὅλος δασωμένος ἀπὸ μυρτίαις, καὶ ἀκατοίκητος, μόνον τὰ ζῶα τῶν ἀγροίκων ἐκεῖ ἔβοσκαν), ἔπραττεν ἐκεῖ κάποιος εὐλαβὴς Χριστιανός, καὶ αὐτὸς ὁδηγηθεὶς ἀπὸ κάποιαν θεωρίαν ὁποῦ εἶδεν εἰς τὸν ὕπνον του, ἔχωντας περισσὴν εὐλάβειαν εἰς τὴν κυρίαν Θεοτόκον, ἐπήγαινε συχνότερα εἰς αὐτὸν τὸν τόπον· καὶ στέκωντας ἐκεῖ, στοχαζόμενος τοῦ τόπου τὴν ἀγριότητα, ἤκουσε φωνὴν ἀοράτως ὁποῦ τοῦ ἔλεγεν· ἂν μὲ γυρεύσῃς ἐδῶ σιμὰ εὑρίσκεις τὴν εἰκόνα μου, καὶ εἶναι καιρὸς ὁποῦ ἦλθα, καὶ εὑρίσκομαι ἐδῶ, διὰ νὰ δώσω βοήθειαν ἐτούτου τοῦ τόπου. Ἀκούωντας δὲ τὴν φωνὴν ὁ εὐλαβὴς ἐκεῖνος Χριστιανός, καὶ στρεφόμενος ἔνθεν κᾀκεῖθεν, τάχα νὰ ἰδῇ ποῖος εἶναι ὁποῦ ὡμίλησε, καὶ μὴ θεωρῶντας τινά, ἔμεινε περίφοβος. Καὶ κάνωντας τὸ Σημεῖον τοῦ τιμίου Σταυροῦ εἶπε· Κύριε Κύριε Χριστὲ βοήθει μοι· καὶ σὺ Κυρία μου καὶ Δέσποινα ὁποῦ ἔχεις πολλὴν τὴν παρρησίαν πρὸς τὸν μονογενῆ σου Υἱόν, μὴν ἀργήσῃς νὰ μοῦ φανερώσῃς, ἂν εἶναι τὸ θέλημά σου, τὴν φωνὴν ταύτην ὁποῦ ἤκουσα, τί εἶναι. Καὶ θαρρῶντας πῶς ἡ φωνὴ αὕτη ἦτον διὰ καλόν, παραμερίζοντας ὀλίγον ὡσὰν νὰ ἐγύρευε τὸ ποθούμενον, θεωρεῖ μέσα εἰς μίαν μυρτίαν μίαν εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας. Εὐθὺς ὁποῦ τὴν εἶδεν, ἔλαβε μεγάλην χαράν, καὶ ἐγνώρισε, πῶς ἡ φωνὴ ὁποὺ ἤκουσε ἦτον ἀπὸ τὴν ὑπεραγίαν Θεοτόκον, καὶ τὸν ὡδήγησεν ἐκεῖ διὰ νὰ εὕρῃ αὐτὴν τὴν ἁγίαν Εἰκόνα. Ἔπεσε λοιπὸν καὶ τὴν ἐπροσκύνησε, καὶ μετὰ δακρύων καὶ εὐχαριστιῶν τὴν ἠσπάσθη. Ἠσθάνετο δὲ πολλὴν εὐωδίαν θυμιαμάτων εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον. Εὐθὺς λοιπὸν βοηθούμενος ἀπὸ τὴν Θεομητορικὴν δύναμιν, ἄρχησε καὶ ἔκοπτε τὸ δάσος· καὶ καθαρίσας τὸν τόπον ἐκεῖνον κατὰ τὸ δυνατόν του, ἔκτισεν ἐκεῖ μικρὸν Ναὸν τῆς Θεοτόκου, καὶ ἔθεσεν εἰς αὐτὸν τὴν ρηθεῖσαν ἁγίαν Εἰκόνα, καὶ τὴν ἐπωνόμασε Μυρτιδιώτισσαν, ὡσὰν ὁποῦ τὴν εὗρεν εἰς ταῖς μυρτίαις. Καὶ ἔτζη ὁ τόπος ἐκεῖνος μέχρι τῆς σήμερον λέγεται μυρίδια, διὰ τὴν ἀφορμὴν τοῦ παλαιοῦ ἐκείνου δάσους. Ἔκαμε δὲ καὶ αὐτὸς μικρὸν κελλίον, καὶ γενόμενος μοναχὸς ἐκατοίκησεν ἐκεῖ, λατρεύωντας μετὰ πάσης εὐλαβείας πάντοτε αὐτὴν τὴν ἁγίαν καὶ θαυμαστὴν εἰκόνα. Ἀπὸ ὀλίγον εἰς ὀλίγον ἐκαθάρισε τὸ μυρτερὸν ἐκεῖνο δάσος, ἐπλάτυνεν ἡ φήμη, καὶ ἡ εὐλάβεια τῶν Χριστιανῶν, καὶ ἐπροστρέχασι συνεχῶς μὲ πολλαῖς ἐλεημοσύναις εἰς προσκύνησιν τῆς ἱερᾶς αὐτῆς εἰκόνος, καὶ πολλὰ θαύματα ἔκαμεν εἰς ὅσους ἐπρόστρεξαν μὲ εὐλάβειαν καὶ πίστιν, εἰς τόσον ὁποῦ ἐξαπλώθη ἡ δόξα της εἰς ὅλον τὸν Κόσμον. Ἀποθανόντος δὲ αὐτοῦ, ἔμεινεν ὕστερα κάποιος μοναχὸς εὐλαβὴς Λεόντιος ὀνομαζόμενος, ὁ ὁποῖος ηὔξησε τὸν αὐτὸν ναόν, καὶ τὰ κελλία, καὶ ἐκατάστησε Μοναστήριον.

Γεννήτορες τῆς Θεοτόκου


Ἀληθῶς ἄξιοι προωρίσθησαν οἱ Δίκαιοι τῆς Θεοτόκου γεννήτορες καὶ συγγενεῖς κατὰ σάρκα Χριστῷ γενέσθαι, καὶ ὡς ἐκ γένους, ἐπισήμου βασιλικοῦ καὶ ἱερατικοῦ, τιμηθῆναι.Ὁ πατὴρ Ἰωάννου Ζαχαρίας, εἶχεν ἀδελφόν, συνιερέα, καλούμενον Ἀγγαῖον. Τὴν θυγατέρα του, ὀνόματι Σαλώμη (οὐχ ἡ μαῖα), εἶχε λάβει σύζυγον ὁ Ἰωσήφ. Ἐξ αὐτῆς ἔσχεν δύο θυγατέρας καὶ τέσσαρας υἱούς, ἐξ ὧν εἷς ἦν ὁ Ἰάκωβος, ὁ ἐπικληθεὶς ἀδελφόθεος, πρῶτος ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων.
Μετὰ δὲ τὸν θάνατον ταύτης (τῆς Σαλώμης), ὁ Ἰωσὴφ ἐμνηστεύθη την Μαρίαν, κατὰ τὸ πατρικὸν γένος καταγομένην ἀπὸ Ματθάν, ἱερέως καὶ αὐτοῦ, ἀπὸ Σολομῶντος, τοῦ υἱοῦ Δαβὶδ καταγομένου (ὡς κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον γενεαλογοῦν).
Οὗτος γὰρ (ὁ Ματθὰν) τρεῖς θυγατέρας ἀπέκτησε ἐκ Μαρίας γυναικὸς αὐτοῦ, ὧν τὰ ὀνόματα: Μαρία, Σωβή, Ἄννα. Ἡ Μαρία ἀποκτᾷ Σαλώμην τὴν μαῖα· ἡ Σωβὴ τὴν Ἐλισάβετ· ἡ δὲ Ἄννα ἀποκτᾷ τὴν Θεοτόκον Μαρίαν, κατ᾿ ὄνομα τῆς μάμμης, ἀλλὰ καὶ τῆς θείας της.
Οὕτω, ἡ Ἐλισάβετ, μητέρα Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, ἀνεψιὰ Ἄννης καὶ ἐξαδέλφη τῆς Θεοτόκου.
Ὡς ἕνεκα, δόξα τῇ συγκαταβάσει τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, κυροῦντος τοῦ Εὐαγγελίου ἀμφότερα, διὰ πατρῷον καὶ σαρκικὸν γένος Χριστοῦ.
Σημειώσεις ἐκ τοῦ ἔργου: Μέγας Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
Εὑρέθη ὄπισθεν εἰκόνος Ἁγίας Μαρίας Προμήτορος τῆς Θεοτόκου,
Μοναστήρι Παναγίας Σεϊδανάγιας, Ἱερουσαλήμ