Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

Η τιμή της Θεοτόκου έχει ουσιαστική σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας;



 
Η τιμή της Θεοτόκου έχει ουσιαστική σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας;
Απόσπασμα από το βιβλίο:

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣπ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ
Η πλάνη των αιρετικών

Τίθεται το ερώτημα:Η τιμή της Θεοτόκου έχει ουσιαστική σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας;
Ναί, βεβαίως έχει.Όποιος αρνείται την προσωπική συμμετοχή της παρθένου Μαρίας στο έργο της σωτηρίας μας, όποιος δεν αποδίδει την ανάλογη τιμή στη Θεοτόκο, αυτός δεν κινείται στο χώρο της νέας ρίζας του Χριστού και της νέας δημιουργίας, αλλά μένει στην εποχή της πτώσης και της φθοράς και συνδέεται μόνο με τη ρίζα του παλαιού Αδάμ, που είναι η ρίζα της αμαρτίας. Γι' αυτόν τον άνθρωπο ο Χριστός είναι σαν να μην εγεννήθη.
Με άλλα λόγιαόποιος δεν αναγνωρίζει την παρθένο Μαρία ως Θεοτόκο, αυτός αρνείται την Θεανθρωπότητα του Χριστού, αυτός δεν μπορεί να ωφεληθεί από την ανάγνωση της αγίας Γραφής και από την εφαρμογή των εντολών του Χριστού. Τούτο γιατί δεν μας σώζει η αγία Γραφή, αλλά ο ίδιος ο Χριστός, τον οποίον αναγγέλλει η αγία Γραφή (πρβλ. Ιω. ε' 39). Στον χαρακτηρισμό της Μαρίας ως Θεοτόκου συνίσταται «όλον το μυστήριον της θείας οικονομίας διότι εάν η γεννήσασα είναι Θεοτόκος, θα είναι Θεός και ο γεννηθείς εξ αυτής, όπως επίσης και άνθρωπος» (Ιω. Δαμασκ.).
Εκείνος όμως που θα αναγνωρίσει την παρθένο Μαρία Θεοτόκο και θα πιστεύσει στην Θεανθρωπότητα του Χριστού, πρέπει να αποδώσει στη Μαρία την ανάλογη τιμή και να την αναγνωρίσει μητέρα Του κατά την επιθυμία του Κυρίου (πρβλ. Ιω. ιθ' 27). Γι' αυτό λέμε πως η τιμή της Θεοτόκου έχει άμεση σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας.
Συμπερασματικά νομίζουμε πως στο πρόσωπο της παρθένου Μαρίας ολόκληρη η ανθρωπότητα συγκατατέθηκε για τη σωτήρια επέμβαση του Θεού, προκειμένου ο άνθρωπος να επιστρέψει στην κοινωνία με τον Θεό. Έτσι η παρθένος Μαρία έγινε «όργανο» και «συνεργός» του Θεού στη σωτηρία του άνθρωπου. Με τη συγκατάθεση της την επεσκίασε το Άγιο Πνεύμα, την εξάγνισε και την κατέστησε κατάλληλο δοχείο, μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε με τη σάρκα της η ανθρώπινη φύση του Υιού και Λόγου του Θεού. Με αυτόν τον τρόπο γεννήθηκε όχι θεοφόρος άνθρωπος, αλλά αληθινά Θεός με σάρκα.

Η παρθένος Μαρία δεν εγέννησε βέβαια τη Θεότητα, αλλά την ανθρώπινη φύση, που όμως ανήκε στο ένα πρόσωπο του Ιησού Χριστού και γι' αυτό το λόγο είναι «μητέρα του Κυρίου», δηλαδή αληθινή Θεοτόκος. Σ' αυτή τη μοναδική αλήθεια στηρίζεται άλλωστε η σωτηρία του ανθρώπου και όποιος απορρίπτει την πίστη ότι η Μαρία είναι αληθινή Θεοτόκος, αρνείται την εν Χριστώ σωτηρία.

Ο Χριστός είναι η «νέα ρίζα», επειδή δεν κατάγεται από τη ρίζα του Αδάμ, εγεννήθη «άνευ σποράς», εκ παρθένου. Όμως αυτό που ο Χριστός χρησιμοποιεί, το θέλει σε αποκλειστική χρήση. Με τη γέννηση του δεν παραβιάζεται η παρθενία της μητέρας Του και εκείνη μένει παρθένος και μετά τη γέννηση, έχοντας τον Ιησού υιό μονογενή. Ο Ιωσήφ ήταν «πατέρας» του Ιησού «σύμφωνα με τον νόμο» και οι λεγόμενοι «αδελφοί» ήσαν «κατά τον νόμον» αδελφοί.
Η Εκκλησία τιμά την Μαρία ως Θεοτόκο και αειπάρθενο και διακηρύττει πως στα σπλάγχνα της Παρθένου ανακαινίσθηκε η φύση του άνθρωπου και γίναμε μέτοχοι της Θείας ζωής. Έτσι η Μαρία είναι η «γέφυρα» που ένωσε τη γη με τον ουρανό και τιμάται ανάλογα από τους πιστούς. Εκείνος που πρώτος ετίμησε την παρθένο Μαρία είναι ο ίδιος ο Θεός. Η Μαρία έγινε η «κεχαριτωμένη» και η «ευλογημένη», η «μητέρα του Κυρίου», την οποία οφείλουν να μακαρίζουν «πάσαι αι γενεαί».

Αλλά οι ορθόδοξοι χριστιανοί δεν τοποθετούν τη Θεοτόκοπάνω από την Εκκλησία αλλά μέσα σ' αυτήν. Και η ίδια κληρονόμησε την άρρωστη φύση και ήταν γνήσιο παιδί του κόσμου, τον οποίο με τη συγκατάθεση της στο σχέδιο του Θεού εκπροσώπησε. Στα σπλάγχνα της εβλάστησε η νέα ρίζα, στην οποία και η ίδια οφείλει τη σωτηρία. Γι' αυτό και θεωρείται «παναγία» σε σχέση με τα άλλα δημιουργήματα του Θεού και κορυφαία της Εκκλησίας.
Η αγία σάρκα του Κυρίου ήταν και σάρκα της Θεοτόκου και όλοι οι χριστιανοί που εντασσόμαστε στο σώμα του Χριστού γινόμαστε αδελφοί του Κυρίου και η παρθένος Μαρία γίνεται Μητέρα ολόκληρης της ανθρωπότητας. Βλέπουμε την παρθένο Μαρία όχι ανεξάρτητα από τον Χριστό, αλλά πάντοτε σε σχέση με το πρόσωπο του Θεανθρώπου, ως «μητέρα του Κυρίου» και η τιμή που της αποδίδουμε, βρίσκεται πάντοτε σε σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας «εν Χριστώ Ιησού».
Έτσι εκείνος που αρνείται αυτή την τιμή, όχι μόνο δεν ακολουθεί την προφητεία της Γραφής («μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί»), αλλά και ζει στην εποχή της πτώσης, πριν από τη γέννηση του Σωτήρα. Γιατί το μυστήριο της σωτηρίας μας εκφράζεται με τον όρο «Θεοτόκος», συμπλέκεται δηλαδή με την τιμή που απορρέει άπ' αυτόν τον όρο και η οποία αποδίδεται στο πρόσωπο της παρθένου Μαρίας.


Read more:http://www.egolpion.com/0C9E2795.el.aspx#ixzz392SyS377

Η Θεοτόκος ως ιστορικό πρόσωπο

Η Θεοτόκος ως ιστορικό πρόσωπο


Ο Ιωακείμ και η Άννα, γονείς της Θεοτόκου Μαρίας
Είναι αλήθεια ότι τα ίδια τα κείμενα της Καινής Διαθήκης "δεν μας αναφέρουν τίποτε σχετικό με τους γονείς της Παρθένου Μαριάμ, την παιδική της ηλικία και άλλα συναφή γεγονότα με την προσωπική της ζωή"[17]. Όπως φαίνεται από τις επιλογές των συγγραφέων της Καινής Διαθήκης, προφανώς θεωρούσαν σημαντικό ν' ανταποκριθούν πρώτα στα πιο επείγοντα ζητήματα της αποστολής τους, και ήταν έτσι φυσικό, ακόμη και οι αφηγήσεις για την παιδική ηλικία του Ιησού να εμφανιστούν αργότερα[18]. Καταρχάς, ο ευαγγελιστής Μάρκος αγνοεί τις διηγήσεις αυτές, ο Ματθαίος τις εξιστορεί με επίκεντρο τον Ιωσήφ, ενώ με τις διηγήσεις του Λουκά έρχεται στο προσκήνιο η Μητέρα του Χριστού[19] όχι μόνο ως ιστορικό πρόσωπο, αλλά και ως ιστορική πηγή των σημαντικών γεγονότων της Θείας Γέννησης[20], γεγονότα τα οποία "κρατούσε όλα στην καρδιά της και τα σκεπτόταν"[21]. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Joseph Holzner:
"Πόσα ταξίδια να έκανε [ο Λουκάς] απ' την Καισαρεία στην Παλαιστίνη, στα Ιεροσόλυμα για τον Ιάκωβο, στην Βηθλεέμ και στην Ναζαρέτ για τους συγγενείς και τους ομηλίκους του Ιησού, προ πάντων όμως για την μητέρα του Ιησού, όσο ζούσε, που τώρα ήταν γερόντισσα ογδόντα ετών. Ποιος μπορούσε να του διηγηθή την θαυμαστή εκείνη ιστορία των Χριστουγέννων, με τέτοιο τρόπο, παρά η πιστή ανάμνησις μιας μητέρας που αγαπά;"[22].
Πάντως, οι αρχαιότερες μαρτυρίες της Καινής Διαθήκης για την κατά σάρκα προέλευση του Ιησού είναι του Αποστόλου Παύλου στα εδάφια Γαλ. 4,4 καιΡωμ. 9,5 όπου δεν αναφέρεται μεν το όνομα της Μαρίας, όμως ξεκαθαρίζεται η ιστορικότητα της και τονίζεται η σπουδαιότητα και βεβαιότητα της ενανθρωπήσεως με τη συμμετοχή μητέρας από το γένος των ανθρώπων[23]. Επιπλέον, το γεγονός ότι ο Παύλος παρουσιάζεται να γνωρίζει γενικότερα τα της οικογένειας του Ιησού και των "αδελφών" Του (Α΄Κορ. 9,5Γαλ. 1,19) καθιστά λογικό να γνώριζε και το όνομα της Θεοτόκου[24].
Από το εδάφιο Λουκ. 1,27, φαίνεται ότι η Μαρία "καταγόταν από το γένος του Δαυίδ"[25] (Λουκ. 1,27). Ακόμη όμως κι αν η φράση εξ οίκου Δαυίδ θεωρηθεί ότι αναφέρεται στον Ιωσήφ, υπάρχουν εδάφια τα οποία έμμεσα αναφέρονται στην καταγωγή της, όπως τα Λουκ. 1,32. 2,4-5. Ρωμ. 1,3 αλλά επίσης, υπάρχει και η βεβαιότητα της Παράδοσης, από τα μέσα του 2ου αιώνα[26]. Όπως θα μπορούσαμε ιστορικά να συμπεράνουμε, ζούσε όπως και οι άλλες κοπέλες της ηλικίας της, ασχολούμενη ή βοηθώντας στις γυναικείες καθημερινές εργασίες, τις οποίες επέβαλλαν οι συνθήκες ζωής μιας οικογένειας στη μικρή Ναζαρέτ: την οικογενειακή χειροτεχνία (όπως υφάσματα που τα έγνεθαν και τα ύφαιναν στο σπίτι), την προπαρασκευή του ψωμιού (άλεσμα σε μικρό οικιακό μύλο που είχε κάθε σπίτι), το ζύμωμα και το ψήσιμο του ή την παρασκευή άλλων φαγητών, την προμήθεια νερού από τη βρύση και άλλες παρόμοιες εργασίες του σπιτιού[27]. Επίσης όμως, είχε και τις πνευματικές ενασχολήσεις, οι οποίες απέρρεαν από το τυπικό της θρησκείας της φυλής τους: την προσευχή σε διάφορες ώρες της ημέρας, τη συμμετοχή στις λατρευτικές εκδηλώσεις της Συναγωγής, τη μελέτη των Γραφών[28], γεγονός που επιβεβαιώνει και ο ύμνος της Μαρίας (Λουκ. 1,46-56) ο οποίος δείχνει "τόσες πολλές βιβλικές θύμησες"[29].
Ο γάμος, ήταν ένας ακόμη κοινωνικός θεσμός αλλά και επιταγή του βιβλικού Νόμου, ο οποίος αποτελούσε καθήκον και ταυτόχρονα υποχρέωση για κάθε Ιουδαίο πολίτη όπως και η τεκνογονία, και γι' αυτό βλέπουμε ότι η Μαρία είχε προχωρήσει στις διαδικασίες του γάμου όντας μνηστευμένη με τον Ιωσήφ[30]. Ο έγγαμος βίος ήταν μια καταξιωμένη μορφή ζωής για κάθε άνθρωπο ενώ η αγαμία ήταν ένα σπάνιο φαινόμενο, το οποίο θα μπορούσαμε να συναντήσουμε σε ελάχιστους μόνο Ραββί[31] (βλ. και λήμμα: Ραβί). Σε κάθε εβραϊκή οικογένεια η γέννηση ενός παιδιού έφερνε μεγάλη χαρά και τότε, σύμφωνα με το παλιό έθιμο, θα καλούσαν τους συγγενείς, τους φίλους και τους γείτονες να γλεντήσουν[32]"Ιδού, κληρονομιά παρά του Κυρίου είναι τα τέκνα μισθός αυτού, ο καρπός της κοιλίας" έλεγε για τα παιδιά ένας Ψαλμός[33] ενώ, σύμφωνα με τα λόγια της Ελισάβετ, της μητέρας του Ιωάννη του Βαπτιστή, η στειρότητα ήταν πραγματικό όνειδος[34].

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

ΤΗΝ ΩΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΙΑΣ ΣΟΥ...

Το αμάρτημα κυρίως των ανδρών που προσβάλλει την αγνότητα της Παναγίας

Το αμάρτημα κυρίως των ανδρών που προσβάλλει την αγνότητα της Παναγίας

Επειδή σήμερα είναι οι Γ’ Χαιρετισμοί προς την Τιμιωτέρα των Χερουβείμ και Ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ, την Παναγία μας, δημοσιεύουμε απόσπασμα απο το εξαίρετο βιβλίο του κ. Νικολάου Σωτηρόπουλου «ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ» τ. Α’, που αναφέρεται σε μια κατηγορία ξεδιάντροπης προσβολής της Παναγίας μας, κυρίως από τους άνδρες .

Το αμάρτημα κυρίως των ανδρών που προσβάλλει την αγνότητα της Παναγίας

«Το αμάρτημα κυρίως των ανδρών, που προσβάλλει την αγνότητα της Παναγίας, είναι η βλασφημία.Πολλοί άνδρες ανοίγουν τα στόματά τους,στόματα βόθρους, και με αισχρά λόγια υβρίζουν την Παναγία, σαν να μην είνε η Παναγία το αγιώτερο και αγνότερο πρόσωπο, αλλά σαν να είνε η αμαρτωλότερη γυναίκα.Τί λέγουμε; Καμμιά αμαρτωλή γυναίκα δεν υβρίζεται όσο η Παναγία. Φρικτό το αμάρτημα της βλασφημίας. Ας μη δικαιολογούνται οι βλάσφημοι με τον ισχυρισμό, ότι βλασφημούν από συνήθεια. Γιατί δεν βλασφημούν απο συνήθεια υπεροχικά πρόσωπα; Διότι ξέρουν, ότι θα οδηγηθούν σε δικαστήρια και φυλακές.Βλασφημούν την Παναγία και τον Υιό της Παναγίας, το Χριστό και Θεό, καθώς και το Σταυρό και τους Αγίους, διότι δεν πιστεύουν στο μεγάλο δικαστήριο, το δικαστήριο του Θεού, και στην αιωνία φυλακή, την κόλασι. Βλασφημούν, διότι δεν έχουν μέσα τους σεβασμό και αγάπη. Ό,τι σέβεται και αγαπά κανείς, δεν το βλασφημεί, αλλά το επαινεί και το εξυμνεί.Αλλά για τις βλασφημίες δεν φταίνε μόνον οι βλάσφημοι.Φταίνε και όσοι ακούνε τις βλασφημίες και δεν ταράσσονται, και δεν παρατηρούν, και δεν συμβουλεύουν με ωραίο τρόπο τους βλάσφημους, και δεν κάνουν προσευχή να διορθωθούν οι βλάσφημοι.Αγαπητοί αναγνώστες, αν δεν αγωνισθούμε να κόψωμε τη βλασφημία στην Ελλάδα, τον τόπο των αγίων, των ηρώων, των μαρτύρων και των θαυμάτων, θα μας κόψη ο Θεός».

Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

Ὁ Εὐαγγελισμός ( Λουκ. α: 26-33 )

Ὁ Εὐαγγελισμός ( Λουκ. α: 26-33 )

Βασίλειος Μπακογιάννης (Ἀρχιμανδρίτης)

Πέρασαν περίπου ἔξι μῆνες ἀπό τότε πού ἡ Μαρία ἐγκαταστάθηκε στήν Ναζαρέτ στό σπίτι τοῦ Ἰωσήφ. Φαίνεται πώς στό διάστημα αὐτό εἶχε παλαιωθεῖ τό «καταπέτασμα» τοῦ ναοῦ . Καί ἔπρεπε νά ἀντικατασταθεῖ. Τό ἱερώτατο αὐτό σκεῦος δέν μποροῦσε νά προέλθει ἀπό ἀκάθαρτα χέρια. Ἔπρεπε νά «βγεῖ» ἀπό χέρια ἀμίαντα καί καθαρά.

Ὁ ἀρχιερέας Ζαχαρίας διέταξε νά φέρουν στό ναό τίς ἀμίαντες παρθένες ἀπό τήν φυλή Δαυίδ. Ἔδωσε ξεχωριστή ἐντολή νά φέρουν ἀπό τήν Ναζαρέτ τήν παρθένο Μαριάμ. Εἶχαν ἤδη συγκεντρωθεῖ ἑπτά Παρθένες. Ἔβαλαν κλῆρο. Καί ὁ κλῆρος «ἔπεσε» στήν Μαριάμ.

Ἡ Μαριάμ πῆρε τά «ὑλικά», τόν χρυσό, τόν ἀμίαντο, τήν βύσσον, τό σηρικόν, τόν ὑάκινθον, τό κόκκινον καί τήν πορφύραν, γύρισε σπίτι της στή Ναζαρέτ καί «ἔγνεθε», ἔφτιαχνε τό ὕφασμα τοῦ καταπετάσματος. 
Ἦταν 25 Μαρτίου. Κυριακή ἀπόγευμα. Ἡ Παρθένος σταμάτησε πρός στιγμή τό ἱερό ἐργόχειρό της. Πῆρε τήν στάμνα ( σύμφωνα μέ τό πρωτευαγγέλιο ) καί πήγαινε γιά νερό στήν βρύση. Καθώς ἔβγαινε ἀπό τό σπίτι, ἄκουσε φωνή πού ἔλεγε:

- Χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία. Ὁ Κύριος μετά σοῦ. Ἦταν ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ.
«Κεχαριτωμένη» τήν εἶπε. Ποιός; Αὐτός ( ὁ ἀρχάγγελος! ) ποὺ «πιάνει τήν μύτη του» καί στόν παραμικρό ἐμπαθῆ λογισμό ! Ἀναλογιζόμαστε τό μέγεθος τῆς ἁγιότητός της!
Συνέχισε τό ἐγκώμιον ὁ μέγας Γαβριήλ:

- Εἶσαι ἡ μόνη γυναίκα, πού ἔχεις τόσο πολύ εὐλογηθεῖ ἀπό τόν Κύριο. «Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί». ( Λουκ. α, 26 )

Τί λόγια κολακευτικά. Ἰδιαίτερα γιά μία γυναίκα. Σημειωτέον, ὅτι τά λόγια αὐτά δέν ἔβγαιναν ἀπό τό στόμα τοῦ Ἀρχαγγέλου ὑποκριτικά. Ἔβγαιναν μέσα ἀπό τήν καρδιά του. Καί τό πρόσωπό του ἄστραφτε ἀπό χαρά, πού συνάντησε ἐπί γῆς μία τέτοια γυναίκα. Κι αὐτό τό ἔβλεπε ἡ Μαρία. Καί ὅμως δέν κολακεύτηκε. Οὔτε στό ἐλάχιστο. Τουναντίον ἀνησύχησε. «διεταράχθη ἐπί τῷ λόγῳ αὐτοῦ» ( Λουκ. α. 28 ).

Ἄφησε τήν στάμνα. Καί μπῆκε «ἐν τῇ σκηνῇ ( = οἰκία ) τοῦ Ἰωσήφ». Κάθησε κοντά στό θρόνο της, καί ἔγνεθε τό ὕφασμα τοῦ καταπετάσματος ( ὅπως δείχνει καί ἡ εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ). «Καί διελογίζετο ποταπός εἴη ὁ ἀσπασμός οὗτος» ( Λουκ. α, 30 ).

- Μήπως, ἔλεγε, ὁ πονηρός μοῦ ἔστησε καμιά πλεκτάνη ; Καί πάθω, ὅ,τι ἔπαθε ἡ προμήτορα Εὔα; Κι ἦταν κοπελίτσα 15 ἐτῶν! Κρίσιμες στιγμές. Ὁ ἀρχάγγελος προσπάθησε νά τήν καθησυχάσει.

- Μήν φοβᾶσαι Μαριάμ. Ὁ Θεός σέ χαρίτωσε. Θά μείνεις ἔγκυος. Θά κάνεις παιδί καί θά τό πεῖς Ἰησοῦ. Θά γίνει μεγάλος. Θά ὀνομαστεῖ υἱός τοῦ Ὑψίστου. Καί ἄλλα μεγαλεῖα ( Λουκ. α' 30 - 32 ).

Καί ἡ παρθένος διερωτᾶται: «Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω». ( Λουκ. α : 34 ). Ἐγώ δέν σχετίζομαι μέ σύζυγο. Πῶς θά γίνει αὐτό ποὺ λές; «Καί μήν διά τοῦτο ἔσται, ἐπειδή ἄνδρα οὐ γινώσκεις, ( ρητορεύει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ). Εἰ γάρ ἐγίνωσκες ἄνδρα, οὐκ ἄν κατηξιώθης ὑπηρετήσασθαι τήν διακονίαν ταύτην. Ὥστε δι’ ὅ ἀπιστεῖς, δι’ αὐτό πίστευε». ( Ε.Π.Ε . τ. 4 σελ. 250 ) Δηλαδή: Μά γιά αὐτό θά γίνει. Ἐπειδή δέν ἔχεις ἄνδρα. Διότι ἄν εἶχες ἄνδρα, δέν θά καταξιωνόσουν μιᾶς τέτοιας διακονίας. Ὥστε αὐτό πού σέ κάνει νά ἀπιστεῖς, αὐτό σέ κάνει νά πιστέψεις.

Φυσικά ἡ Παρθένος δέν ἦταν ἄπιστη! Εἶχε τόν σκοπό της πού ἀμφέβαλε. Ἤθελε ( διδάσκει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ) νά ἐξακριβώσει μέ πᾶσα λεπτομέρεια, ἄν πρόκειται περί πλάνης. ( ὁμιλ. ιδ' 1 )

Ὁ Γαβριήλ τῆς ἐξήγησε πῶς θά γίνει τό μεγάλο γεγονός.

- Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί σέ καί δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι. ( Λουκ. α: 33 ). Μήν φοβᾶσαι! Ἡ παρθενία σου θά διαφυλαχθεῖ. Δύναμη Θεοῦ θά σέ καλύψει. Πνεῦμα ἅγιο θά ἔρθει ἐπάνω σου. Καί θά γεννήσεις χωρίς ἄνδρα.

Τώρα διαπίστωσε πώς αὐτό εἶναι θέλημα Θεοῦ. Ὅμως ἡ ἴδια πίστευε πώς πνευματικά ἦταν ἡ πιό πάμφτωχη γυναίκα. Ἑπομένως αὐτό πού τῆς λέει ὁ Γαβριήλ, εἶναι ἀντίθετο μέ τό φρόνημά της, τήν ἐπιθυμία της, τήν δύναμή της. Παρόλο αὐτό δέν ἔφερε ἀντίρρηση. Ὑπέταξε τό θέλημά της στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Εξήγηση της Θ΄ ωδής του κανόνος του Ακαθίστου Ύμνου. (+Α. Θεοδώρου, Καθηγ. Παν/μίου)

29ΜΑΡ

 

 

«Άπας γηγενής, σκιρτάτω τω πνεύματι λαμπαδουχούμενος· πανηγυριζέτω δε, αΰλων Νόων φύσις γεραίρουσα, την ιεράν πανήγυριν της Θεομήτορος, και βοάτω· Χαίροις παμμακάριστε, Θεοτόκε, αγνή αειπάρθενε».
(Κάθε άνθρωπου που είναι πλασμένος και υπάρχει στη γη, ας σκιρτήσει το πνεύμα του, φέροντας τη λαμπάδα του Θεού. Και ας πανηγυρίζει στον ουρανό, η νοερά φύση των αγγέλων, ανυμνούσα την ιερή πανηγύρι της Θεομήτορος, και ας φωνάξει δυνατά· Να χαίρεις παμμακάριστε, Θεοτόκε, αγνή αειπάρθενε.)

      Στον ειρμό της τελευταίας αυτής ωδής απευθύνεται καθολικό και παναρμόνιο μέλος στη Μητέρα του Θεού. Σ’ αυτό μετέχουν άνθρωποι και άγγελοι. Όλοι μαζί συνθέτουν ύμνο προς την αγνή Θεόπαιδα για τα θαυμαστά μεγαλεία της. Κάθε θνητός – λέγει – ας σκιρτήσει από ενθουσιασμό και θριαμβική χαρά, φέρνοντας αλλά και φωταγωγούμενος από τη λαμπάδα που άναψε στην Παρθένο η χάρη του Πνεύματος του Θεού. Ας πανηγυρίζουν δε συγχρόνως και τα τάγματα των Αγγέλων, διότι η χάρη της Θεομήτορος καταλάμπει και αυτών τη νοερή και άϋλη φύση, γιατί κατανοούν τρανότερα το μυστήριο της λυτρωτικής οικονομίας του Πλάστη τους. Όλοι μαζί, άνθρωποι και άγγελοι, ας ψάλλουν τον ύμνο της υπέρτατης αγάπης και χαράς: τον κύριον υμνείτε τα έργα και υπερυψώστε σε όλους τους αιώνες.

«Ίνα σοι πιστοί, το, Χαίρε κραυγάζωμεν, οι διά σου της χαράς, μέτοχοι γενόμενοι της αϊδίου, ρύσαι ημάς πειρασμού, βαρβαρικής αλώσεως και πάσης άλλης πληγής, διά πλήθος, Κόρη, παραπτώσεων, επιούσης βροτοίς αμαρτάνουσιν».

(Για να μπορούμε εμείς οι πιστοί, που γίναμε διά σου μέτοχοι της αΐδιας χαράς να σου φωνάζουμε δυνατά το χαίρε, σώσε μας από πειρασμό, από βαρβαρική άλωση και κάθε άλλη πληγή, που επισκέπτεται, κόρη, τους θνητούς για τα πολλά τους παραπτώματα, όταν αυτοί αμαρτάνουν.)

Οι πιστοί που μέσω της Παναγίας έγιναν μέτοχοι της αΐδιας χαράς, ζητούν την προστασία και την ενίσχυσή της για να μπορούν απρόσκοπτα να της απευθύνουν το χαίρε. Γιατί από μια θλιμμένη καρδιά είναι δύσκολο ν’ ακουστεί ύμνος δοξολογικός. Η περίσταση και η θλίψη, σε περίπτωση μάλιστα που είναι πληθωρικές στη ζωή, πιέζουν ασφυκτικά το πνεύμα και το εμποδίζουν ν’ αναχθεί προς τον Πλάστη και ν’ αναλυθεί σε ύμνο των θείων μεγαλείων του. Ζητούν, λοιπόν, από την Παρθένο να τους διαφυλάξει από τον πειρασμό, σύμφωνα και με το αίτημα της προσευχής του Υιού της: «Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πειρασμού», ο οποίος πειρασμός είναι παγίδα επικίνδυνη για την ευόλισθη προς το κακό φύση του ανθρώπου, εγκυμονώντας πτώση και ηθική κάκωση. Στη συνέχεια ζητούν σωτηρία από βαρβαρική άλωση, η ζοφερή προοπτική της οποίας φόβιζε έντονα το βυζαντινό λαό. Καθώς επίσης και σωτηρία από κάθε άλλη πληγή, που αφήνει ο Θεός να συμβεί στους ανθρώπους για το πλήθος των πολλών τους αμαρτιών. Φυσικά στις περιπτώσεις αυτές η ανοχή του Θεού είναι πάντοτε παιδαγωγική, που απορρέει από την αγάπη και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για τον ηθικό σωφρονισμό των λογικών πλασμάτων του. Ο Θεός παραχωρεί τις κακουχίες και τις πληγές όχι για να εκδικηθεί τα πλάσματά του, αλλά για να τα συνετίσει και να τα παιδαγωγήσει, ώστε να συνέλθουν από το δηλητήριο και την παράλυση της αμαρτίας, που απειλούν ν’ αφανίσουν την ψυχή. Επειδή όμως η προοπτική των κακών αυτών είναι ενδεχόμενο να οδηγήσει σε νέες πτώσεις τον ασταθή και κυμαινόμενο άνθρωπο, για τούτο απευθύνεται η δέηση προς την Παρθένο, για να λυτρώνει τους υμνολόγους της από αυτά τα κακά, να τους ασφαλίζει στην αρετή και την πίστη και να τους χαρίζει ευφορία ψυχής, ώστε απρόσκοπτα ν’ απευθύνουν σ’ αυτήν το, χαίρε.

«Ώφθης φωτισμός, ημών και βεβαίωσις όθεν βοώμεν σοι· χαίρε, άστρον άδυτον, εισάγον κόσμω τον μέγαν Ήλιον· Χαίρε Εδέμ ανοίξασα την κεκλεισμένην, Αγνή· Χαίρε στύλε πύρινε, εισάγουσα, εις την άνω ζωήν το ανθρώπινον».

(Φάνηκες φωτισμός και στερέωσή μας· για τούτο σου φωνάζουμε δυνατά· Χαίρε άστρο άδυτο, που εισάγεις στον κόσμο τον μεγάλο Ήλιο· Χαίρε Αγνή, συ η οποία άνοιξες την Εδέμ που έκλεισε η παρακοή· Χαίρε συ, στύλε πύρινε, που οδηγείς στην άνω ζωή το ανθρώπινο.)

Ο ποιητής επιμένει κατά τη συνήθειά του στην ανάδειξη του θαύματος της Θεοτόκου, ανατρέχοντας στην Π. Διαθήκη, όπου προσπαθεί να βρει τις ανάλογες εικονικές προτυπώσεις. Και πρώτα, χαρακτηρίζει την Παρθένο σαν ένα μικρό αστέρι, που εισήγαγε στον κόσμο τον μεγάλο Ήλιο της Δικαιοσύνης, τον Κύριον Ιησού Χριστό, που πρόβαλε από τον ορίζοντά της φωτεινός και ωραίος, για να φωτίσει τη σκοτεινιασμένη ανθρωπότητα με το φως της θεογνωσίας και να ζεστάνει την παγωνιά της με τη θαλπωρή της αγάπης του.
        Ανατρέχει κατόπιν στη Γένεση, στο περιβόλι της τρυφής, όπου τοποθέτησε ο Θεός τον πρωτόπλαστο ν’ απολαμβάνει τις χάρες του. Βλέπει την Εδέμ κλειστή και τον άγγελο κρατώντας πύρινη ρομφαία να φυλάει την είσοδό της. Την Εδέμ την έκλεισε η Εύα, η κακή νοικοκυρά του Παραδείσου, με την απροσεξία και το σφάλμα της. Αυτή την κλεισμένη Εδέμ την άνοιξε η Μαρία, η κόρη της Εύας, η καλή νοικοκυρά της Βασιλείας. Το κλειδί το πήρε από τον Υιό της που κατοίκησε μέσα της· και ήταν το κλειδί αυτό η άκρα ταπείνωση, η υπακοή και η συγκατάθεση της Κόρης στο λυτρωτικό θέλημα του Πλάστη της. Και ενώ η Εύα με την παρακοή της γκρέμισε τον κόσμο στο χάος και την απελπισία, η νέα Εύα της χάριτος με την υπακοή της μάζεψε τον κόσμο από την εξορία της αμαρτίας και τον οδήγησε πίσω στο αρχικό σπίτι του, αφού παραμέρισε το φλογισμένο μαχαίρι του αγγέλου και άνοιξε την πόρτα που εμπόδιζε την είσοδο.
Χαιρετίζει κατόπιν την Παρθένο ως στύλο πύρινο που εισάγει το γένος των ανθρώπων στην άνω ζωή. Όπως παλαιά ο λαός του Θεού κατά την περιπλάνησή του στην έρημο, κατευθυνόταν στη γη των Πατέρων του από φωτεινή στήλη που του έδειχνε τη νύχτα το δρόμο, έτσι και η αγνή Κόρη του Θεού, σαν ένας άλλος φωτεινός στύλος, καθοδηγεί με τη λάμψη του θεομητορικού μυστηρίου της την ανθρωπότητα που πιστεύει στον Υιό της, στην πορεία της προς την Άνω Ιερουσαλήμ, την Πόλη του Θεού.

«Στώμεν ευλαβώς, εν οίκω Θεού ημών και εκβοήσωμεν Χαίρε κόσμου Δέσποινα· Χαίρε Μαρία, Κυρία πάντων ημών· χαίρε η μόνη άμωμος, εν γυναιξί και καλή· χαίρε σκεύος, μύρον το ακένωτον, επί σε κενωθέν εισδεξάμενον».
(Ας σταθούμε ευλαβικά στον οίκο του Θεού μας και ας φωνάξουμε δυνατά· χαίρε, Δέσποινα του κόσμου·χαίρε Μαρία, κυρία όλων μας· χαίρε, η μόνη άμωμος και καλή μεταξύ των γυναικών· χαίρε, σκεύος που δέχτηκε μέσα του το ακένωτο μύρο του Θεού (το Χριστό), που άδειασε επάνω σου.)

Ο υμνολογικός οίστρος του στιχουργού συνεχίζεται. Ας σταθούμε ευλαβικά – φωνάζει – στον οίκο του Θεού μας, την εκκλησία και ας φωνάξουμε δυνατά. Και σε όλα μεν τα μέρη της πλάσεως πρέπει να δοξάζει ο άνθρωπος το Θεό, γιατί ολόκληρο το σύμπαν είναι η κατοίκησή του. Στο ποίημα υπάρχει και ο ποιητής, στο κτίσμα ο κτί­στης. Όλα τα πλάσματα που βγήκαν από τη χάρη του Θεού συνθέτουν ναό, από τον οποίον αναδίδεται η παγκόσμια λειτουργία, ο καθολικός αίνος και η δοξολόγηση του Υψίστου. Η εκκλησία όμως είναι ο ιδιαίτερος χώρος στον οποίον κατοικεί ο Θεός. Είναι το αληθινό σπίτι του Θεού. Σ’ αυτό μένει διαρκώς ο Χριστός στα τίμια δώρα της ευχαριστίας, στο σώμα και το αίμα του. Η Εκκλησία είναι ντυμένη στη χάρη του Θεού. Εκεί ο πιστός συναντά και ενώνεται με το δημιουργό του.
Ας σταθούμε, λοιπόν, στον οίκο του Θεού μας κι’ από κει ας ανακράξουμε με ευλάβεια. Χαίρε Δέσποινα του κόσμου, Μαρία, Κυρία όλων μας. Η χάρη της Παναγίας δεσπόζει στην κτίση. Είναι η χάρη του ίδιου του Θεού, που σκήνωσε μέσα της. Και όπως ο Υιός, ο Θεάνθρωπος Ιησούς, δεσπόζει των απάντων, ως δημιουργός και σωτήρας του κόσμου, έτσι και η άχραντη Μητέρα που βρίσκεται πίσω από τον Υιό, είναι μαζί του Κυρία του κόσμου και της κτίσεως. Παράλληλα είναι και η οικοδέσποινα της Βασιλείας, των φωτεινών διαμερισμάτων του ουρανού, οι χάρες του οποίου περνούν από τις χάρες της Μεγάλης Δέσποινας. Σ’ αυτήν αναπαύεται ιδιαίτερα ο Θεός. Στο μυστήριο της πνίγονται οι άγγελοι από ευλογίες και δωρεές. Είναι το άφθαρτο ψωμί του ουρανού, ο γλυκασμός των αγγέλων και η χαρά των σωσμένων!
Στη συνέχεια το τροπάριο τη χαιρετίζει ως την μόνην «άμωμον εν γυναιξί και καλήν». Όχι, φυσικά, ότι δεν υπάρχουν άλλες γυναίκες άμωμες και καλές. Υπάρχουν πολλές, φιγούρες όμορφες της Εκκλησίας και της Βασιλείας. Αυτές όμως υπερβαίνει ασυγκρίτως η Μαρία. Η χάρη της είναι ιδιαίτερη, η ομορφιά της ασύγκριτη. Είναι η Μάνα του Θεού! Μόνο σ’ αυτή τη διάσταση, ως Θεομήτωρ, λέγεται ότι είναι η μόνη άμωμη μεταξύ των γυναικών και καλή. Γιατί εχρημάτισε το χρυσωμένο από το Πνεύμα του Θεού σκεύος, στο οποίο χύθηκε το ακένωτο μύρο της Τριάδος, ο αΐδιος βλαστός του Θεού, που μύρισε την Κόρη με την ευωδιά του· κι’ η κόρη με τη σειρά της μύρισε την πλάση ολόκληρη, την παστάδα του ουρανού, όπου τελέστηκαν οι μυστικοί γάμοι του Αρνίου με το σώμα των Αγίων του!

«Η περιστερά, η τον ελεήμονα αποκυήσασα, χαίρε Αειπάρθενε· οσίων πάντων χαίρε το καύχημα, των αθλητών στεφάνωμα·  χαίρε απάντων τε, των δικαίων, θείον εγκαλλώπισμα, και ημών των πιστών το διάσωσμα».

(Η περιστερά, που γέννησε τον ελεήμονα Θεό, χαίρε, Αειπάρθενε· συ που είσαι το καύχημα όλων των οσίων και το στεφάνωμα των αθλητών (της πίστεως). Χαίρε το εγκαλλώπισμα όλων των δικαίων και ημών των πιστών το διάσωσμα.)

Και η υμνολόγηση εξακολουθεί. Ο ποιητής παραβάλλει την Μαρία με περιστέρι καθαρό και πάλλευκο, από το οποίο συγκατατέθηκε να γεννηθεί ο ελεήμων Θεός. Με περιστέρι, γιατί το πουλί αυτό είναι άκακο, αγαθό και ειρηνικό. Έτσι και η Παρθένος ήταν το μοναδικό πλάσμα το καθαρό και αγνό, που μπορούσε να λειτουργήσει επάξια στο πάλλευκο θαύμα της σαρκώσεως του Λόγου.
Τη χαιρετίζει ως Αειπάρθενο. Μητέρα δηλαδή που γέννησε χωρίς να χάσει την ομορφιά της αγνείας της. Άνοιξε η μήτρα της για να περάσει η ανθρώπινη φύση του Υιού Θεού, χωρίς το γεγονός να καταλύσει την παρθενία της. Ω μυστήριο θείο και ακατάλυτο· πόσο χανόμαστε στη σαγήνη της απειρίας σου! Βλέπουμε και δεν κατανοούμε. Κι όμως στην αγνωσία μας, γνωρίζουμε το αδιάγνωστο στο εκστατικό φως της θείας μετουσίας.
Τη χαιρετίζει ως το καύχημα όλων των όσιων και των αθλητών το στεφάνωμα. Γιατί στο πρόσωπό της συγκλίνουν η άθληση και τα πνευματικά παλαίσματα των Αγίων. Σ’ αυτήν καταλήγουν τα αγωνίσματα της πίστεως. Είναι των δικαίων το θείον εγκαλλώπισμα, το στεφάνι και η ομορφιά της αρετής και της δικαιοσύνης. Γιατί στο θαύμα της καλύπτεται το θαύμα του Θεού, στη χάρη της η χάρη του ενανθρωπήσαντος Λόγου. Η Μαρία προηγείται του Λόγου, ο Λόγος στεφανώνει την Μαρία. Ω θεία και άρρητη συμπλοκή, στην οποίαν υπάρχει το διάσωσμα των ανθρώπων! Και ιδιαίτερα των πιστών, οι οποίοι αισθανόμενοι την απροσμέτρητη δωρεά και μη έχοντας τίποτε άλλο ν’ αντιπροσφέρουν προς την αινιγματική Μητέρα, ανοίγουν τα χείλη και τις καρδιές τους για να της ψελλίσουν ταπεινά το χαίρε του Αγγέλου!

«Φείσαι ο Θεός, της κληρονομιάς σου τας αμαρτίας ημών, πάσας παραβλέπων νυν, εις τούτο έχων εκδυσωπούσαν σε, την επί γης ασπόρως σε, κυοφορήσασαν, διά μέγα, έλεος θελήσαντα, μορφωθήναι Χριστέ, το αλλότριον.

(Συγχώρησε, Θεέ μου, τις αμαρτίες της κληρονομιάς σου (αυτών που έγιναν δικοί σου), παραβλέποντας αυτές και έχοντας προς τούτο εκδυσωπούσα σε αυτήν, που χωρίς ανθρώπινη σπορά σε κυοφόρησε, όταν θέλησες, για το μέγα σου έλεος, να μορφωθείς το αλλότριο, να λάβεις δηλαδή την ξένη προς τη φύση σου ανθρώπινη μορφή.)

Και κατακλείεται ο υπέροχος αυτός Κανόνας με αποστροφή προς τον Θεόν να συγχωρήσει τις αμαρτίες της κληρονομιάς του, των δικών του δηλαδή ανθρώπων, που πιστεύουν σ’ αυτόν εξαγορασμένοι με το αίμα του Υιού του. Και η αίτηση δεν είναι παράδοξη. Μπορεί μεν οι πιστοί να ανήκουν στο Θεό· αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι και αναμάρτητοι. Η αμαρτία είναι ο καθολικός κλήρος της ανθρωπότητας. Ακόμα και οι Άγιοι, ενόσω εξακολουθούν να βρίσκονται στη ζωή, έχουν πάντοτε τη δυνατότητα της αμαρτίας. Και κυρίως αυτοί πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και να προσεύχονται στο Θεό για την άφεση των παραπτωμάτων τους. Στη δέησή τους αυτή, οι πιστοί έχουν και τη συμμαχία της Παρθένου, η οποία χωρίς ανθρώπινη σπορά έγέννησε το Χριστό. Η Παρθενομήτωρ εκδυσωπεί τον Υιό για τα αμαρτήματα των ανθρώπων, ο οποίος, κινούμενος από το άπειρό του έλεος και θέλοντας να σώσει τον άνθρωπο από την αμαρτία, προσέλαβε από την ολοκάθαρη φύση της, το ξένο προς τη θεότητα στοιχείο, την ανθρώπινη φύση του.

(+Ανδρέα Θεοδώρου, Καθηγητού Παν/μίου Αθηνών, «Χαίρε Νύμφη, Ανύμφευτε», εκδ. Αποστ. Διακονίας, σ. 68-76.)

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Παναγία η Μαλεβή

Παναγία η Μαλεβή

Ο Πάρνωνας, το κατάφυτο βουνό της Κυνουρίας (Aρκαδία), με τα πολλά μοναστήρια, φιλοξενεί στη βορεινή του πλευρά την ιερά μονή της Παναγίας Μαλεβής. 
Η θεομητορική εικόνα της Κοιμήσεως, που φυλάσσεται σε αυτή, η μυροβλύτισσα και θαυματουργή, έχει σαγηνεύσει τις τελευταίες δεκαετίες το πανελλήνιο.
 
Το άγιο μύρο αναβλύζει ευωδιαστό από την αγία εικόνα. Συχνά είναι τόσο πολύ, ώστε κατεβαίνει στο προσκυνητάρι και φθάνει μέχρι το δάπεδο του ναού.
 

Η γυναίκα με το μύρο. Ο αείμνηστος λαϊκός ιεροκήρυκας Δ. Παναγόπουλος, ο οποίος συνετέλεσε πολύ στη διάδοση του θαυμαστού αυτού γεγονότος, διηγείται την εντυπωσιακή γνωριμία του με το άγιο μύρο και το μοναστήρι της Μαλεβής.
 
« Μετά το τέλος μιας ομιλίας μου, με πλησιάζει κάποια άγνωστη μαυροφορεμένη γυναίκα. Κρατούσε στο χέρι λευκό φάκελο με αρκετό μπαμπάκι, που ανέδιδε μια πρωτόγνωρη ευωδία. Μου το προσφέρει και μου λέει:
 
- Κύριε Παναγόπουλε, αυτό είναι το μπαμπάκι με άγιο μύρο από τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της μονής Μαλεβής, που βρίσκεται στο Άστρος της Κυνουρίας. Σας το στέλνουν σαν ευλογία και σας περιμένουν να πάτε.
 
Το πήρα, το ασπάστηκα και το οσφράνθηκα. Ένοιωσα μια ασυνήθιστη και απερίγραπτη ευωδία.
 
Σε ένα ακριβώς χρόνο με πλησιάζει πάλι μετά την ομιλία μου μια άγνωστη μαυροφορεμένη γυναίκα, η οποία μου προσφέρει και μου επαναλαμβάνει ό,τι και την πρώτη φορά.
 
Τον τρίτο χρόνο συνέβη πάλι το ίδιο. Τότε, σαν να ξύπνησα από λήθαργο, αναρωτήθηκα ποια να ήταν αυτή η γυναίκα που με επισκέφθηκε για τρίτη ήδη φορά!
 
Το 1970 αξιώθηκα να κάνω ένα προσκύνημα στη μονή της Μαλεβής. Πριν ακόμη μπω στο μοναστήρι, με υποδέχθηκε το ουράνιο εκείνο άρωμα , που πριν από τρία χρόνια είχα οσφρανθεί από το μπαμπάκι της μαυροφορεμένης γυναίκας.
 
Η συγκίνηση μου τη βραδιά εκείνη στο μοναστήρι ήταν απερίγραπτη. Ύστερα από αυτό εφοδιάστηκα με φωτογραφίες και κράτησα στοιχεία για τη μονή και την ιερή εικόνα , με σκοπό να βοηθήσω κι εγώ στη δι
άδοση του θαυμαστού γεγονότος »
.