1. Η είσοδος της Θεοτόκου
στον Ναό συνδέεται με θαυμαστά γεγονότα. Όταν μιλάμε για Ναό, εννοούμε
τον Ναό τουΣολομώντος και όταν κάνουμε λόγο για Εισόδια στον Ναό,
εννοούμε την είσοδο της Θεοτόκου στα Άγια των Αγίων. Είναι γνωστό ότι
στον κυρίως Ναό του Σολομώντος εισέρχονταν Ιερείς που επιτελούσαν την
λατρεία του θυμιάματος καί στα Άγια των Αγίων, θα λέγαμε σήμερα εμείς
στο Ιερό Βήμα εισερχόταν ο Αρχιερεύς του ενιαυτού εκείνου και μάλιστα
μια φορά κατά την διάρκεια του έτους.
Όταν εορτάζουμε τα Εισόδια της Θεοτόκου
στον Ναό, εννοούμε τα Εισόδια της Θεοτόκου στα Άγια των Αγίων για να
παραμείνη εκεί για δώδεκα ολόκληρα χρόνια, από τριών ετών έως δεκαπέντε,
ζώντας μέσα στο Φως του Θεού και βιώνοντας την θέωση. Έτσι
ερμηνεύουν το γεγονός αυτό οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας.
Ήταν λοιπόν ένα προκλητικό γεγονός,
κάποιος άνθρωπος και μάλιστα ένα κορίτσι να εισέλθη σε αυτόν τον ιερό
χώρο, όπου φυλάσσονταν τα πιο ιερά αντικείμενα του Ισραήλ, όπως η
Κιβωτός της Διαθήκης, η Στάμνα με το Μάννα, η Ράβδος του
Ααρών και βεβαίως ούτε οι Ιερείς είχαν δικαίωμα να εισέλθουν, αλλά
ούτε και ο Αρχιερεύς καθημερινώς.
Μέσα στα Άγια των Αγίων η
Θεοτόκος για δώδεκα χρόνια τρεφόταν από άρτο που της έφερνε ο Αρχάγγελος
Γαβριήλ. Αυτό αναφέρεται στην παράδοση της Εκκλησίας μας και ήταν
από τα θαυμαστά γεγονότα. Σε ένα τροπάριο του εσπερινού της εορτής
γράφεται: «Δι’ αγγέλου εκτρέφεται». Και σε άλλο τροπάριο λέγεται:
«Επουρανίω τραφείσα, Παρθένε, άρτω πιστώς εν τω Ναώ Κυρίου».
2. Τί ήταν αυτός ο άρτος από τον οποίο
τρεφόταν η Παναγία; Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς
αναφερόμενος σε αυτόν τον ευλογημένο άρτο που έτρεφε την Παναγία λέγει
ότι ο Θεός έστελνε «τροφήν άνωθεν απόρρητον εκεί τη Παρθένω δι’
αγγέλου». Όμως δεν ήταν ένας συνηθισμένος άρτος τον οποίον ο άγγελος
έπαιρνε από κάποιο σπίτι και τον μετέφερε στην Παναγία,
αλλά στην πραγματικότητα ήταν η άκτιστη ενέργεια τού Θεού, δια της
οποίας, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, « την τε φύσιν κρειττόνως
ανερρώννυτο (εδυνάμωνε) και κατά σώμα των ασωμάτων
καθαρωτέρα και υπερτέρα και συνετηρείτο και ετελείτο».
Είναι προφανές ότι δεν ήταν μια κτιστή
τροφή, ένας υλικός άρτος, αλλά μια άλλη διαφορετική, ξένη τροφή, δηλαδή
ήταν η ενέργεια του Θεού η οποία ενδυνάμωνε το σώμα της
Παναγίας για να έχη νοερά προσευχή και θεωρία Θεού. Αυτό σημαίνει ότι η
Παναγία για δώδεκα χρόνια ήταν μέσα στο Φως του Θεού και είχε κοινωνία
μαζί Του, είχε φθάσει στην θέωση. Στην πραγματικότητα ζούσε όπως ζούσαν ο
Αδάμ και η Εύα στον Παράδεισο πρίν τήν πτώση, γι’ αυτό καί όταν τήν
επισκέφθηκε ο άγγελος κατά τον Ευαγγελισμό για να της αναγγείλη
ότι θα γίνη Μητέρα του Χριστού των απεκάλεσε Κεχαριτωμένη.


