Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ



Του Μοναχού Μωυσή, Αγιορείτη
Η Παναγία αναμφισβήτητα υπήρξε η ταπεινότερη, καθαρότερη, σεμνότερη, σιωπηλέστερη, ωραιότερη και ιερότερη γυναίκα του κόσμου. Υπήρξε μητέρα του Θεού και των ανθρώπων. Η ταπείνωσή της ήταν γνήσια, η καθαρότητά της επιλεγμένη, η σεμνότητά της κόσμημά της, η σιωπή της πιο βροντερή από το πιο μεγαλόστομο κήρυγμα.
Η ιερότητά της πασιφανής και δεδομένη. Η αμόλυντη ταπεινοφροσύνη της, η αειπαρθενία της σε όλο της το είναι, η χαρακτηριστική της σεμνότητα και η απέραντη σιωπή του όλου βίου της καθίστανται λίαν διδακτικά σε όλους μας πάντοτε.
Η φιλότιμη, πρόθυμη και πρόσχαρη υπακοή της Θεοτόκου στο θείο θέλημα φανερώνει αγάπη και ταπείνωση, τόλμη κι έμπνευση. Δεν είναι μια πράξη αθέλητη, βίαιη, βιαστική, γιατί δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά και φοβάται. Το μεγαλείο της αδυναμίας, των δικαιολογημένων επιφυλάξεών της, την κάνουν μεγάλη, υπέροχη, θαυμαστή και μοναδική. Μια ανύπαντρη μητέρα κατά το νόμο ήταν άξια μόνο για λιθοβολισμό. Εκείνη όμως είπε εγκάρδια: Ω ας γίνει το θέλημα του Θεού και όχι το δικό μου.
Η άκρα εμπιστοσύνη της κόρης της Ναζαρέτ στην υπό του αρχαγγέλου Γαβριήλ θεία βουλή πολλά έχει να πει σ΄ εμάς όλους, που ακόμη δεν εμπιστευόμαστε τον Θεό κι έχουμε τόσες μα τόσες επιφυλάξεις και θέτουμε προϋποθέσεις και αναμένουμε και κάποια ανταλλάγματα. Δεν είναι έτσι;
Είναι συγκινητική η στάση της Παναγίας στον γάμο της Κανά. Μένει ως συνήθως σιωπηλή. Κάποια στιγμή, βλέποντας να ξεμένουν από κρασί στο τραπέζι, λύνει τη σιωπή της και παρακαλεί τον αγαπητό Υιό της να ευλογήσει το νερό και να γίνει κρασί, για να μη μείνει ο προσκεκλημένος κόσμος με μισή χαρά.
Ο Χριστός κάνει πως δεν την ακούει, φαίνεται πως διαχωρίζει τη θέση του από αυτήν. Τελικά όμως κάνει αυτό που του ζητά. Στο Άγιον Όρος λέγουν οι Γέροντες πως ότι ζητά η Παναγία από τον Χριστό της το κάνει, γιατί την αγαπά ιδιαίτερα. Στην Κανά είναι η δεύτερη φορά που η Παναγία λύνει τη σιωπή της.
Την πρώτη ήταν στον εξαίσιο Ευαγγελισμό και άλλη μία όταν στο ναό ζητούσε τον δωδεκάχρονο Ιησού. Στην Κανά λοιπόν λύνει την ωραία σιωπή της, για να παρακαλέσει τον Υιό της να θαυματουργήσει, για να μη μείνει μισή η χαρά των καλεσμένων στον γάμο. Γίνεται έτσι η αιτία της χαράς των ανθρώπων, συνδέοντάς τους με τον Δωρεοδότη, Θαυματοδότη και Χαριτοδότη Κύριο.

ΠΩΣ ΕΜΦΑΝΙΣΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΝΑΙΣΟΠΟΛΟΥ Η ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ. ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΑΚΕΛΑΡΙΤΙΣΣΑΣ






Η   Κυρία   Θεοτόκος    αποκαλύπτει την   Εικόνα   της.

Με τον ακόλουθο τρόπο, φρόντισε ή Κυρία Θεοτόκος και φανέρωσε την αγία Εικόνα Της στη Παρασκευή θυγατέρα του κ. Χρήστου Τσούκα από το χωριό Τζίβα της Μαντινείας, πού απέχει μια ώρα έξω από την Τρίπολι. Εκεί κατoικούσε ή Παρασκευή, ή οποία παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο Ναίσόπουλο.
Το ζευγάρι αυτό δεν έκανε παιδιά δικά του και υιοθέτησε ένα βρέφος σαράντα ήμερων από το χωριό Μπόσονα.
Το παιδάκι αυτό, όταν μεγάλωσε και ήλθε σε ηλικία γάμου, το νύμφευσαν με μια ορφανή κόρη από το χωριό τους.
Ή Παρασκευή είχε μεγάλη στενοχώρια για τον άντρα της, ό οποίος, για συνοριακές διαφορές, σκότωσε τον αδερφό της και βρισκότανε τότε στη φυλακή τρία χρόνια, γιατί είχε δικαστεί για το φόνο του γυναικάδελφου του δέκα οκτώ (18) ολόκληρα χρόνια.
Ή Παρασκευή νύχτα μέρα πήγαινε στον τάφο του αδελφού της όπου έκλαιγε απαρηγόρητα για τον άδικο φόνο και χαμό του. Έκλαιγε επίσης κι από την άλλη μεριά για την καταδίκη του άντρα της.

Εξ αφορμής όμως αυτών των πραγμάτων δεν μπορούσε να ζήσει πλέον στο χωριό εκείνο και με δάκρυα παρακαλούσε την Παναγία να την οδηγήσει σε μακρινό τόπο, για να μπορέσει να βρει ηρεμία και ψυχική γαλήνη.
Έτσι το 1882 έτος, την Κυριακή ακριβώς της Τυρινής το βράδυ, το θετό παιδί πού είχε με τον άντρα της υιοθετήσει με τη γυναικά του. απεφάσισαν να πάνε στο σπίτι του θείου του για να κάνουνε άποτύρισι (απόκριες).
Ή Παρασκευή αρνήθηκε να πάει μαζί τους στο σπίτι του θείου των παιδιών και τους είπε: «Πηγαίνετε εσείς παιδιά μου, κι εγώ θα μείνω με τα παιδιά σας, αυτά που είχε αποχτήσει το ζευγάρι αυτό — το θετό παιδί της με τη γυναίκα του — και πρόσθεσε: 

» Περι Μυροφόρων Γυναικών. Η Θεοτόκος είδε πρώτη τον Αναστάντα Χριστό;


Περι Μυροφόρων Γυναικών. Η Θεοτόκος είδε πρώτη τον Αναστάντα Χριστό;

Περι Μυροφόρων Γυναικών. Η Θεοτόκος είδε πρώτη τον Αναστάντα Χριστό;

Μυροφόρες είναι οι γυναίκες που ακολουθούσαν το Κύριο μαζί με τη Μητέρα του, έμειναν μαζί της κατά την ώρα του σωτηριώδους πάθους και φρόντισαν να αλείψουν με μύρα το σώμα του Κυρίου.Όταν δηλαδή ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος ζήτησαν κι’ έλαβαν από το Πιλάτο το δεσποτικό σώμα, το κατέβασαν από το σταυρό, το περιέβαλαν σε σινδόνια μαζί με εκλεκτά αρώματα, το τοποθέτησαν σε λαξευτό μνημείο κι’ έβαλαν μεγάλη πέτρα πάνω στη θύρα του μνημείου, παρευρίσκονταν θεωρώντας κατά τον ευαγγελιστή Μάρκο η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία που καθόταν απέναντι του τάφου. Άλλη Μαρία εννοούσε οπωσδήποτε τη Θεομήτορα. Δεν παρευρισκόταν μόνο αυτές, αλλά και πολλές άλλες γυναίκες όπως αναφέρει και ο Λουκάς.
Η ανάσταση του Κυρίου είναι ανανέωση της ανθρώπινης φύσεως και ανάπλαση και επάνοδος προς την αθάνατη ζωή του πρώτου Αδάμ που καταβροχθίσθηκε από το θάνατο λόγω της αμαρτίας και δια του θανάτου επανήλθε προς τη γη από την οποία πλάσθηκε.Όπως λοιπόν εκείνον στην αρχή δεν τον είδε κανείς άνθρωπος να πλάττεται και να παίρνει ζωή, αφού δεν υπήρχε κανείς άνθρωπος εκείνη την ώρα, μετά δε τη λήψη της πνοής ζωής με θείο εμφύσημα πρώτη από όλους τον είδε μια γυναίκα, γιατί μετά από αυτόν πρώτος άνθρωπος ήταν η Εύα. Έτσι το δεύτερο Αδάμ, δηλαδή το Κύριο, όταν αναστήθηκε από τους νεκρούς, κανείς άνθρωπος δεν τον είδε, αφού δεν παρευρισκόταν κανείς δικός του και οι στρατιώτες που φύλαγαν το μνήμα ταραγμένοι από το φόβο, είχαν γίνει σαν νεκροί, μετά δε την ανάσταση πρώτη απ’ όλους τον είδε μια γυναίκα.Υπάρχει κάτι συνεσκιασμένο από τους ευαγγελιστές, το οποίο θα αποκαλύψω στην αγάπη σας. Πραγματικά πρώτη απ’ όλους τους ανθρώπους, όπως ήταν σωστό και δίκαιο, είδε τον αναστάντα και απόλαυσε την ομιλία του και άγγισε τα άχραντα πόδια του, έστω και αν οι ευαγγελιστές δεν τα λέγουν φανερά, μη θέλοντας να φέρουν ως μάρτυρες τη μητέρα, για να μη δώσουν αφορμή υποψίας στους απίστους. Επειδή τώρα ομιλώ προς πιστούς θα διευκρινήσω τα σχετικά. Αφού λοιπόν οι μυροφόρες ετοίμασαν τα μύρα και τα αρώματα, κατά την εντολή, το Σάββατο ησύχασαν. Ο Λουκάς αναφέρει: “Τη πρώτη της εβδομάδος, όρθρο βαθύ, ήρθαν στο μνήμα, η Μαρία Μαγδαληνή, η του Ιακώβου, η Ιωάννα και άλλες μαζί τους.” Ο Ματθαίος λέγει: “αργά το Σάββατο, ξημερώνοντας την πρώτη της εβδομάδος και δύο μυροφόρες προσήλθαν”. Ο Ιωάννης λέγει: “Το πρωϊ, ενώ ήταν σκοτεινά και ήταν μόνο η Μαρία Μαγδαληνή”. Ενώ ο Μάρκος αναφέρει: “Πολύ πρωϊ της πρώτης της εβδομάδος και ήταν τρείς οι προσερχόμενες μυροφόρες”. Πρώτη της εβδομάδος που αναφέρουν όλοι οι ευαγγελιστές είναι η Κυριακή. Αργά το βράδυ, όρθρο βαθύ, πολύ πρωϊ και πρωϊ σκοτεινά ακόμη, ονομάζουν το χρόνο γύρω από τον όρθρο, ανάμικτο από φως και σκοτάδι. Φαίνονται βέβαια να διαφωνούν κάπως οι ευαγγελιστές μεταξύ τους τόσο για την ώρα, όσο και για τον αριθμό των γυναικών.Οι μυροφόρες ήταν πολλές και ήλθαν στον τάφο όχι μια φορά, αλλά και δυό και τρεις φορές, συντροφιά μεν, αλλ’ όχι οι ίδιες, κατά τον όρθρο μεν όλες, αλλ’ όχι τον ίδιο χρόνο ακριβώς.Όπως εγώ υπολογίζω και συνάγω από όλους τους ευαγγελιστές, πρώτη απ’ όλους ήλθε στον τάφο του Υιού του Θεού η Θεοτόκος, έχοντας μαζί τη Μαγδαληνή Μαρία. Το συμπεραίνω από τον ευαγγελιστή Ματθαίο. Γιατί λέγει, “ήλθε η Μαγδαληνή Μαρία και η άλλη Μαρία”, που ήταν οπωσδήποτε η Θεομήτωρ, “για να δουν τον τάφο. Και έγινε μεγάλος σεισμός, γιατί άγγελος Κυρίου ήλθε, σήκωσε τη μεγάλη πέτρα από το μνημείο και κάθησε πάνω της. Ήταν η μορφή του σαν αστραπή και το ένδυμά του λευκό σαν χιόνι και από το φόβο τους ταράχθηκαν οι φύλακες και έγιναν σαν νεκροί”. Νομίζω ότι για τη Θεοτόκο ανοίχθηκε ο ζωηφόρος τάφος (γιατί γι’ αυτή πρώτη και μέσω αυτής έχουν ανοιχθεί σ’ εμάς όλα, είτε στον ουρανό είτε στη γη) γι’ αυτήν άστραψε ο άγγελος να δεί τον άδειο τάφο και το μέγα θαύμα των ενταφίων χωρίς τον αναστάντα Κύριο. Και προφανώς ο ευαγγελιστής αυτός άγγελος ήταν ο Γαβριήλ, που ανάφερε την ανάσταση δείχνοντας το κενό μνημείο και λέγοντας στις μυροφόρες να την αναγγείλουν στους μαθητές. Και τότε “εξήλθαν με φόβο και χαρά μεγάλη”. Εγω νομίζω και πάλι ότι τον φόβο έχει ακόμη η Μαρία Μαγδαληνή και οι άλλες γυναίκες, ενώ η Θεομήτωρ απέκτησε τη μεγάλη χαρά, γιατί κατενόησε τα χαρμόσυνα λόγια του αρχαγγέλου τα οποία πίστευσε και από τα τόσα αξιόπιστα γεγονότα, του σεισμού, της μετάθεσης του λίθου, του άδειου τάφου, των άλυτων ενταφίων αδειανών από το σώμα. Και τέλος πρώτη η Θεοτόκος αναγνώρισε τον αναστάντα και προσέπεσε στα πόδια του και έγινε απόστολος προς τους Αποστόλους, όταν επιστρέφοντας εμφανίσθηκε ο Ιησούς στις μυροφόρες, λέγοντας το: “Χαίρετε”.

ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ




Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ 
ΙΣΤΟΡΙΑ, ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΑ
 Μητροπολίτη Κωνσταντίας – Αμμοχώστου Βασιλείου
Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και το νόημά της συνοψίζονται με αυτό που ο Ψαλμωδός λέγει και οι Πατέρες της Εκκλησίας εφαρμόζουν στο πρόσωπο της Μητέρας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού: «Παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη πεποικιλμένη» (Ψαλμ. 44:10). Με την εορτή της Κοιμήσεως εορτάζουμε δύο γεγονότα: αφ’ ενός μεν το θάνατο και την ταφή της Θεοτόκου, αφ’ ετέρου δε την ανάσταση και μετάσταση του σώματός της στους ουρανούς. Αυτά τα δύο θέματα επικρατούν και αναπτύσσονται στην υμνολογία της εορτής.

Σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο τιμάται με ιδιαίτερη λαμπρότητα η Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας. Η τιμή γενικότερα της Πανάγιας Μητέρας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού έχει τις απαρχές, τις καταβολές της στην Αποστολική περίοδο της ιστορίας της Εκκλησίας, γι’ αυτό και μαρτυρείται ήδη από τα ιερά ευαγγέλια. Έτσι πρέπει να κατανοήσουμε τους λόγους της ωδής της Θεοτόκου, όπως μας τους διασώζει ο ευαγγελιστής Λουκάς: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί» (Λκ. 1:48). Αυτός ο μακαρισμός αποτελεί συγχρόνως και μία μαρτυρία της τιμής του προσώπου της Θεοτόκου ήδη από την αποστολική εποχή.

Η Θεοτόκος


Τί σημαίνει γιά τήν ᾿Ορθοδοξία ἡ Παναγία της;
῾Η Παναγία εἶναι ἡ λαμπρότερη μορφή στό ἁγιολόγιο καί ἑορτολόγιο τῆς ᾿Ορθόδοξης Καθολικῆς ᾿Εκκλησίας. Οἱ θεομητορικές γιορτές «πνίγουν» κυριολεκτικά τήν ὀρθόδοξη εὐσέβεια. Τήν τιμᾶ ὡς τό γλυκύτερο καί ὑψηλότερο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποίας τή δόξα τοποθετεῖ πιό πάνω ἀπό τή δόξα τῶν ἀγγέλων. Τήν ψάλλει ὡς «τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ». Καί εἶναι μέν ὁ᾿Ιωάννης ὁ Πρόδρομος «μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν»83, ὅμως ἡ τιμή καί ἡ χάρη του δέν μποροῦν νά παραβληθοῦν πρός τό «μητροπάρθενον κλέος» τῆς ἁγνῆς Κόρης, ἡὁποία φιλοξένησε στή μήτρα της καί γέννησε τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ.
῾Η μεγάλη τιμή τῆς Θεοτόκου ὀφείλεται στό μεγάλο ἀξίωμα πού τῆς χάρισε ὁ ρόλος της στό χριστολογικό μυστήριο. ῾Η Μαρία ἦταν ἡ χρυσή πύλη, διά τῆς ὁποίας εἰσῆλθε στόν κόσμο ὁ σαρκωθείς Λόγος τοῦ Θεοῦ. ᾿Από ἀνθρώπινη πλευράἦταν ἡ ἀπαραίτητη συνθήκη γιά νά γίνει ἄνθρωπος ὁ Θεός. ῾Η ἀνθρωπότητα πρόσφερε σάν δῶρο στό Θεό τήν Κόρη της, ἀπό τήν ὁποία μποροῦσε ὁ Λόγος Του νά περάσει στό προσκήνιο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. ῾Ο Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔπρεπε νά περάσει ἀπό ἀνθρώπινη Μάνα γιά νά γίνει ἀληθινός ἄνθρωπος. ῎Οχι ὅμως ἀπόὅποια Μάνα, ἀλλά ἀπό Μάνα πού ἦταν ἄξια τοῦ φοβεροῦ μυστηρίου. ῎Αν ἔλειπε αὐτή, δέν θά συντελοῦνταν τό θεανθρώπινο μυστήριο. Καί σάν Μάνα του ἐπέλεξε ὁ Θεός τήν Μαρία, τήν κόρη τοῦ᾿Ιωακείμ καί τῆς ῎Αννας· τό πλάσμα τόὡραῖο καί πάγκαλο, τήν «κεχαριτωμένην», ἡ πνευματική ὀμορφιά τῆς ὁποίας «μέθυσε» τόν ἄγγελο, ὅταν αὐτός τή χαιρέτισε στό ταπεινό σπίτι τῆς Ναζαρέτ. ῾Η ᾿Ορθοδοξία τιμᾶ τή Μητέρα τοῦ Θεοῦ, τό σέμνωμα καί ἐγκαλλώπισμά της, τήν ὁποία βλέπει καί σάν δική της Μητέρα, ἐλπίδα καί προστασία της.

Η τιμή της Θεοτόκου έχει ουσιαστική σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας;



 
Η τιμή της Θεοτόκου έχει ουσιαστική σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας;
Απόσπασμα από το βιβλίο:

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣπ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ
Η πλάνη των αιρετικών

Τίθεται το ερώτημα:Η τιμή της Θεοτόκου έχει ουσιαστική σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας;
Ναί, βεβαίως έχει.Όποιος αρνείται την προσωπική συμμετοχή της παρθένου Μαρίας στο έργο της σωτηρίας μας, όποιος δεν αποδίδει την ανάλογη τιμή στη Θεοτόκο, αυτός δεν κινείται στο χώρο της νέας ρίζας του Χριστού και της νέας δημιουργίας, αλλά μένει στην εποχή της πτώσης και της φθοράς και συνδέεται μόνο με τη ρίζα του παλαιού Αδάμ, που είναι η ρίζα της αμαρτίας. Γι' αυτόν τον άνθρωπο ο Χριστός είναι σαν να μην εγεννήθη.
Με άλλα λόγιαόποιος δεν αναγνωρίζει την παρθένο Μαρία ως Θεοτόκο, αυτός αρνείται την Θεανθρωπότητα του Χριστού, αυτός δεν μπορεί να ωφεληθεί από την ανάγνωση της αγίας Γραφής και από την εφαρμογή των εντολών του Χριστού. Τούτο γιατί δεν μας σώζει η αγία Γραφή, αλλά ο ίδιος ο Χριστός, τον οποίον αναγγέλλει η αγία Γραφή (πρβλ. Ιω. ε' 39). Στον χαρακτηρισμό της Μαρίας ως Θεοτόκου συνίσταται «όλον το μυστήριον της θείας οικονομίας διότι εάν η γεννήσασα είναι Θεοτόκος, θα είναι Θεός και ο γεννηθείς εξ αυτής, όπως επίσης και άνθρωπος» (Ιω. Δαμασκ.).
Εκείνος όμως που θα αναγνωρίσει την παρθένο Μαρία Θεοτόκο και θα πιστεύσει στην Θεανθρωπότητα του Χριστού, πρέπει να αποδώσει στη Μαρία την ανάλογη τιμή και να την αναγνωρίσει μητέρα Του κατά την επιθυμία του Κυρίου (πρβλ. Ιω. ιθ' 27). Γι' αυτό λέμε πως η τιμή της Θεοτόκου έχει άμεση σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας.
Συμπερασματικά νομίζουμε πως στο πρόσωπο της παρθένου Μαρίας ολόκληρη η ανθρωπότητα συγκατατέθηκε για τη σωτήρια επέμβαση του Θεού, προκειμένου ο άνθρωπος να επιστρέψει στην κοινωνία με τον Θεό. Έτσι η παρθένος Μαρία έγινε «όργανο» και «συνεργός» του Θεού στη σωτηρία του άνθρωπου. Με τη συγκατάθεση της την επεσκίασε το Άγιο Πνεύμα, την εξάγνισε και την κατέστησε κατάλληλο δοχείο, μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε με τη σάρκα της η ανθρώπινη φύση του Υιού και Λόγου του Θεού. Με αυτόν τον τρόπο γεννήθηκε όχι θεοφόρος άνθρωπος, αλλά αληθινά Θεός με σάρκα.

Η παρθένος Μαρία δεν εγέννησε βέβαια τη Θεότητα, αλλά την ανθρώπινη φύση, που όμως ανήκε στο ένα πρόσωπο του Ιησού Χριστού και γι' αυτό το λόγο είναι «μητέρα του Κυρίου», δηλαδή αληθινή Θεοτόκος. Σ' αυτή τη μοναδική αλήθεια στηρίζεται άλλωστε η σωτηρία του ανθρώπου και όποιος απορρίπτει την πίστη ότι η Μαρία είναι αληθινή Θεοτόκος, αρνείται την εν Χριστώ σωτηρία.

Ο Χριστός είναι η «νέα ρίζα», επειδή δεν κατάγεται από τη ρίζα του Αδάμ, εγεννήθη «άνευ σποράς», εκ παρθένου. Όμως αυτό που ο Χριστός χρησιμοποιεί, το θέλει σε αποκλειστική χρήση. Με τη γέννηση του δεν παραβιάζεται η παρθενία της μητέρας Του και εκείνη μένει παρθένος και μετά τη γέννηση, έχοντας τον Ιησού υιό μονογενή. Ο Ιωσήφ ήταν «πατέρας» του Ιησού «σύμφωνα με τον νόμο» και οι λεγόμενοι «αδελφοί» ήσαν «κατά τον νόμον» αδελφοί.
Η Εκκλησία τιμά την Μαρία ως Θεοτόκο και αειπάρθενο και διακηρύττει πως στα σπλάγχνα της Παρθένου ανακαινίσθηκε η φύση του άνθρωπου και γίναμε μέτοχοι της Θείας ζωής. Έτσι η Μαρία είναι η «γέφυρα» που ένωσε τη γη με τον ουρανό και τιμάται ανάλογα από τους πιστούς. Εκείνος που πρώτος ετίμησε την παρθένο Μαρία είναι ο ίδιος ο Θεός. Η Μαρία έγινε η «κεχαριτωμένη» και η «ευλογημένη», η «μητέρα του Κυρίου», την οποία οφείλουν να μακαρίζουν «πάσαι αι γενεαί».

Αλλά οι ορθόδοξοι χριστιανοί δεν τοποθετούν τη Θεοτόκοπάνω από την Εκκλησία αλλά μέσα σ' αυτήν. Και η ίδια κληρονόμησε την άρρωστη φύση και ήταν γνήσιο παιδί του κόσμου, τον οποίο με τη συγκατάθεση της στο σχέδιο του Θεού εκπροσώπησε. Στα σπλάγχνα της εβλάστησε η νέα ρίζα, στην οποία και η ίδια οφείλει τη σωτηρία. Γι' αυτό και θεωρείται «παναγία» σε σχέση με τα άλλα δημιουργήματα του Θεού και κορυφαία της Εκκλησίας.
Η αγία σάρκα του Κυρίου ήταν και σάρκα της Θεοτόκου και όλοι οι χριστιανοί που εντασσόμαστε στο σώμα του Χριστού γινόμαστε αδελφοί του Κυρίου και η παρθένος Μαρία γίνεται Μητέρα ολόκληρης της ανθρωπότητας. Βλέπουμε την παρθένο Μαρία όχι ανεξάρτητα από τον Χριστό, αλλά πάντοτε σε σχέση με το πρόσωπο του Θεανθρώπου, ως «μητέρα του Κυρίου» και η τιμή που της αποδίδουμε, βρίσκεται πάντοτε σε σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας «εν Χριστώ Ιησού».
Έτσι εκείνος που αρνείται αυτή την τιμή, όχι μόνο δεν ακολουθεί την προφητεία της Γραφής («μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί»), αλλά και ζει στην εποχή της πτώσης, πριν από τη γέννηση του Σωτήρα. Γιατί το μυστήριο της σωτηρίας μας εκφράζεται με τον όρο «Θεοτόκος», συμπλέκεται δηλαδή με την τιμή που απορρέει άπ' αυτόν τον όρο και η οποία αποδίδεται στο πρόσωπο της παρθένου Μαρίας.


Read more:http://www.egolpion.com/0C9E2795.el.aspx#ixzz392SyS377

Η Θεοτόκος ως ιστορικό πρόσωπο

Η Θεοτόκος ως ιστορικό πρόσωπο


Ο Ιωακείμ και η Άννα, γονείς της Θεοτόκου Μαρίας
Είναι αλήθεια ότι τα ίδια τα κείμενα της Καινής Διαθήκης "δεν μας αναφέρουν τίποτε σχετικό με τους γονείς της Παρθένου Μαριάμ, την παιδική της ηλικία και άλλα συναφή γεγονότα με την προσωπική της ζωή"[17]. Όπως φαίνεται από τις επιλογές των συγγραφέων της Καινής Διαθήκης, προφανώς θεωρούσαν σημαντικό ν' ανταποκριθούν πρώτα στα πιο επείγοντα ζητήματα της αποστολής τους, και ήταν έτσι φυσικό, ακόμη και οι αφηγήσεις για την παιδική ηλικία του Ιησού να εμφανιστούν αργότερα[18]. Καταρχάς, ο ευαγγελιστής Μάρκος αγνοεί τις διηγήσεις αυτές, ο Ματθαίος τις εξιστορεί με επίκεντρο τον Ιωσήφ, ενώ με τις διηγήσεις του Λουκά έρχεται στο προσκήνιο η Μητέρα του Χριστού[19] όχι μόνο ως ιστορικό πρόσωπο, αλλά και ως ιστορική πηγή των σημαντικών γεγονότων της Θείας Γέννησης[20], γεγονότα τα οποία "κρατούσε όλα στην καρδιά της και τα σκεπτόταν"[21]. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Joseph Holzner:
"Πόσα ταξίδια να έκανε [ο Λουκάς] απ' την Καισαρεία στην Παλαιστίνη, στα Ιεροσόλυμα για τον Ιάκωβο, στην Βηθλεέμ και στην Ναζαρέτ για τους συγγενείς και τους ομηλίκους του Ιησού, προ πάντων όμως για την μητέρα του Ιησού, όσο ζούσε, που τώρα ήταν γερόντισσα ογδόντα ετών. Ποιος μπορούσε να του διηγηθή την θαυμαστή εκείνη ιστορία των Χριστουγέννων, με τέτοιο τρόπο, παρά η πιστή ανάμνησις μιας μητέρας που αγαπά;"[22].
Πάντως, οι αρχαιότερες μαρτυρίες της Καινής Διαθήκης για την κατά σάρκα προέλευση του Ιησού είναι του Αποστόλου Παύλου στα εδάφια Γαλ. 4,4 καιΡωμ. 9,5 όπου δεν αναφέρεται μεν το όνομα της Μαρίας, όμως ξεκαθαρίζεται η ιστορικότητα της και τονίζεται η σπουδαιότητα και βεβαιότητα της ενανθρωπήσεως με τη συμμετοχή μητέρας από το γένος των ανθρώπων[23]. Επιπλέον, το γεγονός ότι ο Παύλος παρουσιάζεται να γνωρίζει γενικότερα τα της οικογένειας του Ιησού και των "αδελφών" Του (Α΄Κορ. 9,5Γαλ. 1,19) καθιστά λογικό να γνώριζε και το όνομα της Θεοτόκου[24].
Από το εδάφιο Λουκ. 1,27, φαίνεται ότι η Μαρία "καταγόταν από το γένος του Δαυίδ"[25] (Λουκ. 1,27). Ακόμη όμως κι αν η φράση εξ οίκου Δαυίδ θεωρηθεί ότι αναφέρεται στον Ιωσήφ, υπάρχουν εδάφια τα οποία έμμεσα αναφέρονται στην καταγωγή της, όπως τα Λουκ. 1,32. 2,4-5. Ρωμ. 1,3 αλλά επίσης, υπάρχει και η βεβαιότητα της Παράδοσης, από τα μέσα του 2ου αιώνα[26]. Όπως θα μπορούσαμε ιστορικά να συμπεράνουμε, ζούσε όπως και οι άλλες κοπέλες της ηλικίας της, ασχολούμενη ή βοηθώντας στις γυναικείες καθημερινές εργασίες, τις οποίες επέβαλλαν οι συνθήκες ζωής μιας οικογένειας στη μικρή Ναζαρέτ: την οικογενειακή χειροτεχνία (όπως υφάσματα που τα έγνεθαν και τα ύφαιναν στο σπίτι), την προπαρασκευή του ψωμιού (άλεσμα σε μικρό οικιακό μύλο που είχε κάθε σπίτι), το ζύμωμα και το ψήσιμο του ή την παρασκευή άλλων φαγητών, την προμήθεια νερού από τη βρύση και άλλες παρόμοιες εργασίες του σπιτιού[27]. Επίσης όμως, είχε και τις πνευματικές ενασχολήσεις, οι οποίες απέρρεαν από το τυπικό της θρησκείας της φυλής τους: την προσευχή σε διάφορες ώρες της ημέρας, τη συμμετοχή στις λατρευτικές εκδηλώσεις της Συναγωγής, τη μελέτη των Γραφών[28], γεγονός που επιβεβαιώνει και ο ύμνος της Μαρίας (Λουκ. 1,46-56) ο οποίος δείχνει "τόσες πολλές βιβλικές θύμησες"[29].
Ο γάμος, ήταν ένας ακόμη κοινωνικός θεσμός αλλά και επιταγή του βιβλικού Νόμου, ο οποίος αποτελούσε καθήκον και ταυτόχρονα υποχρέωση για κάθε Ιουδαίο πολίτη όπως και η τεκνογονία, και γι' αυτό βλέπουμε ότι η Μαρία είχε προχωρήσει στις διαδικασίες του γάμου όντας μνηστευμένη με τον Ιωσήφ[30]. Ο έγγαμος βίος ήταν μια καταξιωμένη μορφή ζωής για κάθε άνθρωπο ενώ η αγαμία ήταν ένα σπάνιο φαινόμενο, το οποίο θα μπορούσαμε να συναντήσουμε σε ελάχιστους μόνο Ραββί[31] (βλ. και λήμμα: Ραβί). Σε κάθε εβραϊκή οικογένεια η γέννηση ενός παιδιού έφερνε μεγάλη χαρά και τότε, σύμφωνα με το παλιό έθιμο, θα καλούσαν τους συγγενείς, τους φίλους και τους γείτονες να γλεντήσουν[32]"Ιδού, κληρονομιά παρά του Κυρίου είναι τα τέκνα μισθός αυτού, ο καρπός της κοιλίας" έλεγε για τα παιδιά ένας Ψαλμός[33] ενώ, σύμφωνα με τα λόγια της Ελισάβετ, της μητέρας του Ιωάννη του Βαπτιστή, η στειρότητα ήταν πραγματικό όνειδος[34].