Του Μοναχού Μωυσή, Αγιορείτη
Η Παναγία αναμφισβήτητα υπήρξε η ταπεινότερη, καθαρότερη, σεμνότερη, σιωπηλέστερη, ωραιότερη και ιερότερη γυναίκα του κόσμου. Υπήρξε μητέρα του Θεού και των ανθρώπων. Η ταπείνωσή της ήταν γνήσια, η καθαρότητά της επιλεγμένη, η σεμνότητά της κόσμημά της, η σιωπή της πιο βροντερή από το πιο μεγαλόστομο κήρυγμα.
Η ιερότητά της πασιφανής και δεδομένη. Η αμόλυντη ταπεινοφροσύνη της, η αειπαρθενία της σε όλο της το είναι, η χαρακτηριστική της σεμνότητα και η απέραντη σιωπή του όλου βίου της καθίστανται λίαν διδακτικά σε όλους μας πάντοτε.
Η φιλότιμη, πρόθυμη και πρόσχαρη υπακοή της Θεοτόκου στο θείο θέλημα φανερώνει αγάπη και ταπείνωση, τόλμη κι έμπνευση. Δεν είναι μια πράξη αθέλητη, βίαιη, βιαστική, γιατί δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά και φοβάται. Το μεγαλείο της αδυναμίας, των δικαιολογημένων επιφυλάξεών της, την κάνουν μεγάλη, υπέροχη, θαυμαστή και μοναδική. Μια ανύπαντρη μητέρα κατά το νόμο ήταν άξια μόνο για λιθοβολισμό. Εκείνη όμως είπε εγκάρδια: Ω ας γίνει το θέλημα του Θεού και όχι το δικό μου.
Η άκρα εμπιστοσύνη της κόρης της Ναζαρέτ στην υπό του αρχαγγέλου Γαβριήλ θεία βουλή πολλά έχει να πει σ΄ εμάς όλους, που ακόμη δεν εμπιστευόμαστε τον Θεό κι έχουμε τόσες μα τόσες επιφυλάξεις και θέτουμε προϋποθέσεις και αναμένουμε και κάποια ανταλλάγματα. Δεν είναι έτσι;
Είναι συγκινητική η στάση της Παναγίας στον γάμο της Κανά. Μένει ως συνήθως σιωπηλή. Κάποια στιγμή, βλέποντας να ξεμένουν από κρασί στο τραπέζι, λύνει τη σιωπή της και παρακαλεί τον αγαπητό Υιό της να ευλογήσει το νερό και να γίνει κρασί, για να μη μείνει ο προσκεκλημένος κόσμος με μισή χαρά.
Ο Χριστός κάνει πως δεν την ακούει, φαίνεται πως διαχωρίζει τη θέση του από αυτήν. Τελικά όμως κάνει αυτό που του ζητά. Στο Άγιον Όρος λέγουν οι Γέροντες πως ότι ζητά η Παναγία από τον Χριστό της το κάνει, γιατί την αγαπά ιδιαίτερα. Στην Κανά είναι η δεύτερη φορά που η Παναγία λύνει τη σιωπή της.
Την πρώτη ήταν στον εξαίσιο Ευαγγελισμό και άλλη μία όταν στο ναό ζητούσε τον δωδεκάχρονο Ιησού. Στην Κανά λοιπόν λύνει την ωραία σιωπή της, για να παρακαλέσει τον Υιό της να θαυματουργήσει, για να μη μείνει μισή η χαρά των καλεσμένων στον γάμο. Γίνεται έτσι η αιτία της χαράς των ανθρώπων, συνδέοντάς τους με τον Δωρεοδότη, Θαυματοδότη και Χαριτοδότη Κύριο.

