Κυριακή 25 Μαρτίου 2018

Η σύλληψη του Ιησού από την Παρθένο Μαρία Μητροπολίτης Αχελώου Ευθύμιος


Το υπέρλογο και υπερφυσικό μυστήριο

 «…Είναι ένα θαύμα. Και όπως σ' όλα τα θαύματα γίνεται αναστολή των νόμων της φύσεως, έτσι καί στην περίπτωση της συλλήψεως του Ιησού «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου» «η φύσις εκαινοτόμησεν», έγινε δηλαδή κάτι καινούργιο, «το μόνον καινόν υπό τον ήλιον», όπως λέει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, κάτι ασυνήθιστο, ένα θαύμα με άμεση επέμβαση του Δημιουργού. Η Ενσάρκωση ήταν ένα θαύμα! Διότι «όπου Θεός βούλεται νικάται φύσεως τάξις». «Εν τη συλλήψει του Υιού του Θεού οι φυσικοί νόμοι της συλλήψεως παρέμειναν ανενέργητοι» (Αγ. Θεοδώρου)...
Η «υπέρ φύσιν» σύλληψη του Ιησού από την Παρθένο αναφέρεται, ειδικότερα, στο γεγονός ότι έγινε «άνευ σπέρματος» (ανδρός) ή, όπως λέει ο ιερός Δαμασκηνός «ούκ εκ συνάφειας ανδρός»…
»Με την Πτώση (των Προτοπλάστων) υπέστη αλλοίωση η ανθρώπινη φύση (πόνος, φθορά, θάνατος)… Όλοι οι άνθρωποι, ως απόγονοι του Αδάμ κληρονομούν την αλλοιωμένη μεταπτωτική φύση των Πρωτοπλάστων. Με τα γενετικά κύτταρα του άνδρα και της γυναίκας αναπαράγεται και διαιωνίζεται η φθαρτή και θνητή ανθρώπινη φύση.
Ο Ιησούς όμως πού επρόκειτο να ανακαινίσει το ανθρώπινο γένος, έπρεπε ο Ίδιος να είναι «καινούριος» άνθρωπος, ειδικότερα, έπρεπε να διαθέτει μια καινούρια ανθρώπινη φύση, απαλλαγμένη από την αρρώστια της φθοράς και του θανάτου πού είχε προσβάλει το ανθρώπινο γένος. Γι’ αυτό και η σύλληψη του Ιησού έγινε, όχι με τη συνηθισμένη διαδικασία της σωματικής ένωσης των συζύγων, αλλά με ειδική δημιουργική επέμβαση του Θεού, «εκ Πνεύματος αγίου» (Ματθ. α' 20). Έτσι, η σύλληψη του Ιησού αποτελεί μια νέα δημιουργία του Θεού. Ο Θεός στο πρόσωπο του Ιησού εδημιούργησε ένα νέο άνθρωπο, το νέο Αδάμ της Χάριτος, όπως ονομάζεται ο Χριστός. Ο άγιος Ειρηναίος γράφει, ότι όπως ο πρώτος Αδάμ δεν είχε άνθρωπο πατέρα, αλλά επλάσθηκε κατ' ευθείαν από τον Θεό, έτσι και ο νέος Αδάμ, ο Ιησούς, ο δεύτερος γενάρχης της ανθρωπότητας, δημιουργήθηκε με άμεση επέμβαση και δημιουργική ενέργεια του Θεού.
Ο απόστολος Παύλος, κάνοντας σύγκριση ανάμεσα στους δύο Αδάμ σημειώνει: «Ο πρώτος άνθρωπος εκ γης, χοϊκός, ο δεύτερος άνθρωπος ο Κύριος εξ ουρανού» (Α' Κορ. ιε' 47). Γι' αυτό και οι Ορθόδοξοι Πατέρες παρομοιάζουν τη Θεοτόκο ως Παράδεισο, γιατί μέσα της (στον παρθενικό αυτό κήπο) ο Θεός εδημιούργησε το νέο Αδάμ, όχι πια με χώμα και νερό, αλλά με το Άγιο Πνεύμα: «Μυστικός εί, Θεοτόκε, Παράδεισος, αγεωργήτως βλαστήσασα Χριστόν...»!
Έτσι, ο Ιησούς έγινε ο νέος γενάρχης της ανθρωπότητας. Όσοι κατάγονται απ’ αυτόν, όσοι δηλαδή συνδέονται μαζί του με την πίστη και την αγάπη, δεν κληρονομούν πια τη φθορά και το θάνατο, αλλά την αφθαρσία και την αιωνιότητα…
»…Ο υπερφυσικός τρόπος σάρκωσης του Υιού του Θεού είχε σκοπό να αποκαταστήσει την ανθρώπινη φύση στην αρχέγονη ελευθερία της, και ειδικότερα στην ελευθερία από τα πάθη και την αμαρτία που διαφθείρουν τον άνθρωπο και καταστρέφουν τη ζωή του. Ο ίδιος ο Ιησούς υπήρξε ο πρώτος άνθρωπος που ήταν απαλλαγμένος από τη σαρκική επιθυμία. Ο Ιησούς, ως άνθρωπος ήταν απόλυτα ελεύθερος, όπως ο Αδάμ προ της παρακοής. Αυτό σημαίνει ότι η θέληση του Ιησού κυριαρχούσε απόλυτα στη νικηφόρα αντιμετώπιση των τριών πειρασμών, καθώς και στην τελική αναμέτρηση του Ιησού με το διάβολο κατά το Πάθος και τη Σταύρωσή Του!
»Η υπερφυσική σύλληψη του Ιησού είναι ένα θαύμα του Θεού που σχετίζεται με το σκοπό της Ενσάρκωσης, δηλαδή την ανακαινιση της αλλοιωμένης μεταπτωτικής ανθρώπινης ύπαρξης».
του Επισκόπου Αχελώου, Ευθυμίου

O Ευαγγελισμὸς της Θεοτόκου - Τίποτε αδύνατο για το Θεὸ, του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου


«Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· …οὐκ ἀ δυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα»
(Λουκ. 1,35-37)

Διπλῆ ἑορτὴ σήμερα, ἀγαπητοί μου, θρησκευτικὴ καὶ ἐθνική. Καὶ καλούμεθα, ὅσοι ἔχουμε μέσα μας αἰσθήματα εὐγενικὰ καὶ μεγάλα, νὰ θυμηθοῦμεδύο ἱστορικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα στοὺς ὑλιστὰς καὶ ἀθέους, ποὺ τὰ μετροῦν ὅλα μὲ τὸν πῆχυ τῆς λογικῆς, φαίνονται σὰν παραμύθια. Ἐν τούτοις δὲν εἶνε φανταστικά.Εἶνε πραγματικὰ καὶ ἱστορικὰ γεγονότα.
Εὔκολα κανεὶς ἀκούει πράγματα κοσμικά·εὔκολα ἀκούει περὶ γάμων καὶ διαζυγίων, εὔκολα ἀκούει περὶ πολιτικῆς. Εὔκολα ἀκούειἀκόμα γιὰ τρόπαια πατριωτικά, γιὰ νίκες καὶ θριάμβους τῆς πατρίδος, ποὺ εἶνε μιὰ ἐπέκτασι τοῦ ἐγώ μας. Ἀλλὰ πόσο δύσκολο εἶνε τ᾿αὐτιά μας ν᾿ ἀκούσουν πράγματα ὑπερφυσικὰ καὶ ἀόρατα, ποὺ δὲν συλλαμβάνονται μὲτὶς πέντε αἰσθήσεις, ποὺ θέλουν κάποια προπαίδεια, κάποια προδιάθεσι, κάποια ἀπόφασι ἡρωική, τὴν ὁποία δὲν θέλουμε νὰ πάρουμε!
Ἂς δοῦμε τὸ πρῶτο καὶ κορυφαῖο γεγονός, τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου.Σήμερα ἦρθε μήνυμα. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν κολλημένα τ᾿ αὐτιά τους στὰ ῥαδιόφωνα γιὰν᾿ ἀκούσουν μήνυμα τοῦ ἄλφα ἢ βῆτα προέδρου, τοῦ μεγάλου καὶ ἰσχυροῦ τῆς ἡμέρας.Ἀλλὰ παραπάνω ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἐγκόσμια μηνύματα σήμερα ἀκούγεται μήνυμα, ὄχι ἀπὸ ἕναν ἐπίγειο ῥαδιοσταθμό· ἀκούγεται μήνυμα ἀπὸ ὑψηλά, ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς μὲ τ᾿ ἄστρα, μήνυμα ποὺ προέρχεται ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν Θεό,τὸν δημιουργὸ τῶν πνευμάτων καὶ τῆς ὕλης.
Ποιός μεταφέρει τὸ μήνυμα; Ἄγγελος. Μὲ τὴ φαντασία μας βλέπουμε τὸν ἀρχάγγελο Γαβριὴλ νὰ κατεβαίνῃ καὶ νὰ διαγράφῃ φωτεινοὺς κύκλους σ᾿ ἕναν ἀπὸ τοὺς μικρότερους πλανῆτες, ἐκεῖ ποὺ κατοικεῖ ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος, στὴ Γῆ. Σ᾿ αὐτὸ τὸν πλανήτη, ποὺ εἶνε ζυμωμένος μὲ δάκρυ καὶ αἷμα. Καὶ πῆγε ὄχισὲ καμμιὰ μεγάλη πόλι, σὲ σπίτια καὶ παλάτι αἀρχοντικά, ἀλλὰ σ᾿ ἕνα ταπεινὸ σπίτι, ὅπου κατοικοῦσε μία παρθένος, ἡ Παναγία. Σ᾿ αὐτὴν μετέφερε τὸ μήνυμα. Εἶπε, ὅτι ὁ Θεὸς σπλαχνίστηκε τὸν ἄνθρωπο κι ὅτι ἀπὸ αὐτὴν θὰγεννηθῇ Υἱός, καὶ θὰ τοῦ δώσουν τὸ ὄνομα Ἰησοῦς, καὶ θὰ καθήσῃ σὲ ἔνδοξο θρόνο, καὶ «τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος»,δὲν θὰ ὑπάρχῃ τέλος στὴ βασιλεία του. Ἀπόρησε, ὅπως ἦταν ἑπόμενο, ἡ Παναγία, καὶ ρώτησε· Πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ γίνουν αὐτά, ἀπὸ παρθένο νὰ γεννηθῇ υἱός; Καὶ ὁ ἄγγελος ἀπήντησε· «Οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα»,γιὰ τὸ Θεὸ τίποτε δὲν εἶνε ἀδύνατο (Λουκ. 1,33-37).

«Σήμερον τῆς σωτηρίας ἠμῶν τό κεφάλαιον, καί τοῦ ἀπ' αἰῶνος Μυστηρίου ἡ φανέρωσις. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ Υἱός τῆς Παρθένου γίνεται, καί Γαβριήλ τήν χάριν εὐαγγελίζεται».



Αγαπητοί αδελφοί σήμερα εορτάζουμε μία από τις μεγαλύτερες εορτές της Ορθοδοξίας μας, εορτάζουμε τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας.

Η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου είναι «Θεομητορική» εορτή και είναι μια από τις μεγαλύτερες εορτές της Ορθοδοξίας μας, διότι αναφέρεται στο πρόσωπο εκείνο που συνετέλεσε στην σύλληψη και την ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, δηλαδή την Παναγία μας.

Εορτάζομε το χαρμόσυνο μήνυμα που έφερε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ στην Παναγία μας, ότι θα γεννήσει τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και την υπόσχεση του Θεού στον άνθρωπο ότι θα στείλει τον Υιό του να άρει τις αμαρτίες από το ανθρώπινο γένος στην πλάτη του και να μας οδηγήσει από τον αιώνιο θάνατο στην Ζωή.

Γι’ αυτό τον λόγο πρέπει να επικεντρώσουμε τη σκέψη μας σε δύο κυρίως γεγονότα. Αφ' ενός τη σπουδαιότητα του παμμεγίστου μυστηρίου της σαρκώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού για την ανθρωπότητα.

Αφ' ετέρου τη σπουδαιότητα του προσώπου της Υπεραγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, δια της οποίας έλαβε σάρκα ο Υιός του Θεού.

Ανατρέχοντας στο συναξάρι της 25ης Μαρτίου διαβάζουμε ότι ο φιλάνθρωπος και ελεήμων Θεός, αυτός που πάντα φροντίζει για το ανθρώπινο γένος ως φιλόστοργος πατέρας, βλέποντας το δημιούργημά Του τυραννούμενο από το διάβολο και ευρισκόμενο στην αμαρτία, θέλει να το λυτρώσει.

Προς τούτο πρέπει να στείλει τον Υιό Του, τον Μονογενή για να πάρει το ανθρώπινο γένος από τα χέρια του διαβόλου, διότι ο δίαβολος ήθελε να καταστρέψει τον άνθρωπο και να τον οδηγήσει στην κόλαση, που αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος θα ήταν μόνος του στην αιώνια μοναξία και στο αιώνιο σκοτάδι και το πίο σημαντικό, θα ήταν μακρία από τον Θεό, δηλαδή την «Αἰώνια Ζωή».

Ευαγγελισμός της Θεοτόκου: Ο της αφθαρσίας παράδεισος



 Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ.κ. Σεραφείμ
Συνοδοιπόροι κι εμείς των νοερών δυνάμεων και των Αγίων της Εκκλησίας μας, προσφωνούμε με το «Χαίρε» του Αρχαγγέλου Γαβριήλ την Κεχαριτωμένη Θεοτόκο, σήμερα, που γιορτάζουμε το γεγονός του Ευαγγελισμού, που είναι «της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ' αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις»1. Και μαζί με τον ευλαβή χαιρετισμό και την τιμητική προσκύνηση που οφείλουμε πάντοτε να της απονέμουμε, θα πρέπει να μαθητεύσουμε, όπως οι Πατέρες και οι θεόπνευστοι ασματογράφοι, στο ακατανόητο «και αγγέλοις άγνωστον μυστήριον»2.
Μυστήριο ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου.
Μυστήριο ανεξιχνίαστο.
Μυστήριο της αγάπης του Θεού προς το ανθρώπινο γένος.
Μυστήριο, που για να το πλησιάσει κανείς, θα πρέπει να διαθέτει και καθαρότητα και ταπείνωση.
«Μυστήριον γνωριζόμενον πίστει, ουκ ερευνώμενον πολυπραγμοσύνη. Μυστήριον προσκυνούμενον …ομολογούμενον, ου μετρούμενον»3. Γιατί, απλούστατα, ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να καταλάβει πως ο Θεός γίνεται άνθρωπος, «πως μετά της δούλης, ο Βασιλεύς της δόξης • πως… μετ’ αυτής ο Θεός και τέλειος άνθρωπος, εν ω κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος»4, καθώς γράφει ο Άγιος Γρηγόριος Επίσκοπος Νεοκαισαρείας ο θαυματουργός.
Ας αφουγκρασθούμε, λοιπόν, όσα βαθιά και σπουδαία ένοιωσαν οι Άγιοι μπροστά σ’ αυτό το θαυμαστό θεομητορικό γεγονός, στην πρώτη «πάντων των εορτών», τον Ευαγγελισμό της Υπεραγίας Θεοτόκου, διατηρώντας καθαρές τις πνευματικές μας αισθήσεις, καθώς πλησιάζουμε στο τέλος του σταδίου της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, έπειτα από έντονη νηστεία, προσευχή και πνευματική συντριβή.
Ας χρησιμοποιήσουμε ακόμη, ως οδηγό και μεσίτη μας σ’ αυτήν την πορεία και στον άτεχνο λόγο μας, το θαυμαστό Ιεράρχη της Νεοκαισαρείας Άγιο Γρηγόριο, τον πνευματικό πατέρα της οικογενείας του Μεγάλου Βασιλείου.
Ο Άγιος Γρηγόριος στο δεύτερο εγκώμιό του στον Ευαγγελισμό, αφού προηγουμένως διερωτηθεί με ποιές πνευματικές υμνωδίες μπορούμε να δοξάσουμε την υπερένδοξο ανάμεσα στους αγγέλους Θεοτόκο5, την ονομάζει συν τοις άλλοις «παράδεισο», «παρθένων καύχημα» αλλά και «μητέρων το αγαλλίαμα».
Και πρώτον. «Αύτη, ο αειθαλής της αφθαρσίας παράδεισος • εν η το ζωοποιόν ξύλον φυτευθέν, τοις πάσι χορηγεί αθανασίας καρπούς»6.
Ο λόγος αυτός μας θυμίζει τον πρώτο Παράδεισο της Εδέμ, που είναι τύπος της Υπεραγίας Θεοτόκου. Η Παρθένος Μαρία είναι ο νέος Παράδεισος, τον οποίο δημιούργησε ο Θεός μέσα στο χρόνο και στην ιστορία, προκειμένου να σωθεί το ανθρώπινο γένος και ολόκληρη η δημιουργία. Και, ενώ ο πρώτος Παράδεισος είχε ως κάτοικο τον πρώτο Αδάμ, ο δεύτερος Παράδεισος λαμπρύνεται με την παρουσία του νέου Αδάμ, του Υιού και Λόγου του Θεού, ο οποίος σκήνωσε στα πανάχραντα σπλάχνα της και θέωσε ολόκληρο το ανθρώπινο φύραμα. Γι’ αυτό και γεμάτος θαυμασμό ο υμνηπόλος της Θεοτόκου, Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, θα αναφωνήσει : «Συ στάθηκες νοητή Εδέμ, ιερώτερη και θεϊκότερη από την παλιά • σ’ εκείνη κατοικούσε Αδάμ χωματένιος, σ’ εσένα Κύριος από τον ουρανό»7.
Και θα προσθέσει : «Ω ακατάληπτο βάθος της πλούσιας αγαθότητας και σοφίας του Θεού, με την οποία οδηγούνται όλα στο άριστο τέλος τους… ω αγάπη αβυθομέτρητη! Εκείνος που καλεί τα ανύπαρκτα να γίνουν υπαρκτά, που γεμίζει τον ουρανό και τη γη, που ο ουρανός ολόκληρος είναι θρόνος Του, η δε γη είναι στήριγμα κάτω από τα πόδια Του, κάνει ευρύχωρο κατάλυμα την κοιλία της δούλης Του, και εκεί ολοκληρώνει το πλέον πρωτοφανές από όλα τα πρωτοφανή μυστήρια»8.
Δεύτερον. Η Παναγία είναι «παρθένων καύχημα» και «μητέρων αγαλλίαμα»9. Στο πρόσωπό της συνδυάσθηκαν ταυτόχρονα οι δύο καταστάσεις της γυναικείας φύσεως, η παρθενία και η μητρότητα. Είναι η Παρθένος, αλλά συγχρόνως και η μητέρα του Χριστού. Και ενώ μία παρθένος γυναίκα δεν έχει τα βιώματα της μητέρας και, αντίστροφα, μία μητέρα έχει χάσει πλέον τα βιώματα της παρθενίας, στην Υπεραγία Θεοτόκο αυτά τα δύο ενώνονται στο ίδιο πρόσωπο. Γι’ αυτό και ψάλλει ο ιερός υμνογράφος :
«Αλλότριον των μητέρων η παρθενία, και ξένον ταις παρθένοις η παιδοποιία • επί σοι Θεοτόκε αμφότερα ωκονομήθη»10, ενώ ο άγνωστος ποιητής του Ακαθίστου Ύμνου θα τη χαιρετίσει ως την «ζευγνύσαν την λοχείαν και την παρθενίαν»11.
Αυτήν την καινοτομία της φύσεως, με την συνύπαρξη ταυτόχρονα της παρθενίας και της μητρότητας στο πρόσωπό της, την εξυμνεί ιδιαιτέρως ο Άγιος Γρηγόριος Επίσκοπος Νύσσης : «Ω, ποίον θαύμα! Η Παρθένος γίνεται μητέρα και παραμένει Παρθένος. Βλέπεις την καινοτομία της φύσεως. Στις άλλες γυναίκες όσο μία είναι παρθένος, δεν είναι μητέρα, όταν όμως γίνει μητέρα, δεν έχει πλέον τα γνωρίσματα της παρθενίας.
Εδώ όμως και τα δυό ονόματα συνυπάρχουν»12. Και όπως ο Χριστός υπήρξε το πρότυπο του τελείου και ολοκληρωμένου ανθρώπου, αντίγραφο αυτού του πρωτοτύπου ήταν η υπερτέλεια Θεοτόκος, η Παρθένος και μητέρα Του13. Γι’ αυτό και οι Άγιοι της Εκκλησίας μας στέκουν έκθαμβοι και ικετεύουν τη Θεοτόκο να τους μυήσει σε αυτό το απερινόητο μυστήριο και στο αθέατο βάθος του μυστηρίου της θείας κυοφορίας14.
O Ευαγγελισμός της Κεχαριτωμένης Θεοτόκου δεν είναι απλώς μία θρησκευτική εορτή, αλλά η εορτή της ελευθερίας του ανθρωπίνου γένους. Με την άσπορη σύλληψη του Χριστού, ελευθερώθηκε ο άνθρωπος από την καταδυναστεία του θανάτου και της αμαρτίας, απέκτησε την πραγματική του ελευθερία και συγχρόνως την είσοδό του στη Βασιλεία των Ουρανών. Η πρώτη Εύα παρήκουσε, η δεύτερη Εύα υπήκουσε και έγινε πρόξενος χαράς και πραγματικής ελευθερίας.
Για εμάς τους Έλληνες, είναι διπλή η χαρά αυτής της εορτής, αφού γιορτάζουμε παράλληλα και τη σωματική μας ελευθερία από τη σκλαβιά και την τυραννία τόσων ετών. Γι’ αυτό και στις δύσκολες αυτές ημέρες που ζούμε, στα αποκαλυπτικά χρόνια της πνευματικής αμνησίας, με τις συνεχείς απειλές κατά της πατρίδος μας, χρειάζεται επιτακτικά να καταγράψουμε στη μνήμη μας και στην καρδιά μας τα χαρακτηριστικά της φυλής μας, που είναι :
η πίστη στο Θεό,
η υπομονή,
η ανδρεία,
η αντοχή στις στερήσεις,
η αγάπη στο πατρικό χώμα,
η αρετή και η λεβεντιά,
αλλά και η ελπίδα πως αυτός ο τόπος πρέπει και μπορεί να δει καλύτερες ημέρες και ποτέ να μην υποδουλωθεί σε κανέναν δυνάστη.
Αυτά μας κληρονόμησαν εκείνοι που πάλεψαν και έδωσαν το αίμα τους για να είμαστε εμείς ελεύθεροι.
Αυτή είναι η κληρονομιά και ο θησαυρός μας.
Με αυτά τα χαρακτηριστικά έχουμε χρέος να πορευθούμε, εάν θέλουμε να ξαναζωντανέψει η πατρίδα μας, να λάμπει αιώνια η Ελλάδα μας κάτω από την κραταιά προστασία της Κεχαριτωμένης Θεοτόκου.
Χρόνια πολλά, η Παναγία να είναι μαζί μας, στον τόπο μας και στον κόσμο ολόκληρο.
1 Απολυτίκιο εορτής Ευαγγελισμού
2 Θεοτοκίο δ’ ήχου
3 Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, «Εις τον Ευαγγελισμόν της υπερενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου», PG 50,793
4 Αγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας, «Εις τον Ευαγγελισμόν της υπεραγίας θεοτόκου Παρθένου της Μαρίας, λόγος πρώτος», PG 10,1152
5 Αγίου Γρηγορίου Επισκόπου Νεοκαισαρείας, «Εις τον Ευαγγελισμόν της υπεραγίας θεοτόκου Παρθένου της Μαρίας, λόγος πρώτος», PG 10,1160
6 αυτόθι
7 Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, «Εγκώμιον εις την κοίμησιν της πανυμνήτου και υπερενδόξου ευλογημένης Δεσποίνης ημών Θεοτόκου
και Αείπαρθένου Μαρίας», κεφ. 8, ΕΠΕ 9,256
8 ο.π., 254
9 Αγίου Γρηγορίου Επισκόπου Νεοκαισαρείας, ο.π.
10 Θ’ Ωδή Κανόνος της Γεννήσεως της Θεοτόκου
11 Χαιρετισμοί προς την Υπεραγία Θεοτόκο
12 Αγίου Γρηγορίου Επισκόπου Νύσσης, Ομιλία εις την Γέννησιν του Χριστού, ΕΠΕ 10,338
13 Ευθυμίου Στύλιου, Επισκόπου Αχελώου, «Η πρώτη», εκδ. Σήμαντρο, Αθήνα 1987, σελ. 226
14 ο.π. σελ. 152

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου

Εισήγηση στην  Στ΄ συνάντηση (24.02.2016) του Επιμορφωτικού Σεμιναρίου της Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου Δ΄ Ακαδημαϊκού  Έτους (2015-2016)
Εισηγητής: Πρεσβύτερος Μιχαήλ Νικολάου
Ο π. Μιχαήλ Νικολάου Πανιερώτατε, αγαπητοί εν Χριστώ πατέρες και αδελφοί,
Το πόσο ξεχωριστή θέση κατέχει στον εορτολογικό κύκλο της Εκκλησίας μας η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, αλλά και ποια είναι η σωτηριολογική σημασία της, φανερώνεται εύστοχα από τους Θεοφόρους αγίους Πατέρες μας, μέσω αυτού και μόνου του απολυτικίου της εορτής. Σ’ αυτό τονίζεται πως το γεγονός που εορτάζουμε αποτελεί το κεφάλαιο, δηλ. το θεμέλιο της σωτηρίας του ανθρώπου.
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου αποτελεί την αρχή όλων των Δεσποτικών εορτών, αλλά και συνάμα την απαρχή όλων των σωτηριωδών γεγονότων, τα οποία έγιναν για την απολύτρωση του ανθρωπίνου γένους. Την αγία αυτή ημέρα εορτάζουμε λαμπρώς την ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού στην πάναγνη σάρκα της αγίας Παρθένου, ώστε δι’ Αυτού να πραγματοποιηθεί το προαιώνιο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων. Αποτελεί, όπως και πάλιν ψάλλουμε στο απολυτίκιο της εορτής, την φανέρωσιν του απ᾽ αιώνος  μυστηρίου του Θεού, την εκπλήρωση της πιο ελπιδοφόρας υποσχέσεως που έδωσε ο Θεός στους ανθρώπους, όταν οι πρωτόπλαστοι γενάρχες μας παράκουσαν τη θεία εντολή στην Εδέμ και προτίμησαν τον δρόμο της αμαρτίας, της φθοράς και του θανάτου.
Τότε ακριβώς, ο απόλυτα αγαθός και φιλάνθρωπος Θεός μας έδωσε τη μεγάλη υπόσχεση, το πρώτο χαρμόσυνο άγγελμα, το πρώτο Ευαγγέλιο,  το λεγόμενο Πρωτευαγγέλιον, όταν, απευθυνόμενος προς τον αρχέκακον όφιν, του προλέγει: «Έχθρα θα βάλω ανάμεσα σ' εσένα και στη γυναίκα, κι ανάμεσα στο σπέρμα σου και στο σπέρμα της. Εκείνος θα σου συντρίψει το κεφάλι κι εσύ θα του πληγώσεις τη φτέρνα» (Γεν. 3, 14-15). Με τα λόγια αυτά, όπως ερμηνεύουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ο Θεός προαναγγέλλει τη συντριβή και ήττα του διαβόλου με την ενανθρώπηση, τη διδασκαλία, τα θαύματα , τα άγια Πάθη και την Ανάσταση του Χριστού μας. 
Μετά την έξωση των πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο άρχισε το μεγάλο δράμα του ανθρωπίνου γένους, με την αποξένωσή του από την πηγή της ζωής. Γιατί η αμαρτία τους δεν ήταν ένα απλό ηθικό ή νομικό παράπτωμα, αλλά  μια καταστροφική κίνηση με  οντολογικές διαστάσεις. Η απεξάρτηση του ανθρώπου από την πηγή της ύπαρξης  είχε ως συνέπεια και την κίνηση και φορά του προς το μη όν, με κύριο γνώρισμα τη φθορά και τον θάνατο. Το πρόβλημα βέβαια αυτής της διακοπής της κοινωνίας Θεού και ανθρώπου θα μπορούσε εξ αρχής να λυθεί, εάν -όπως θεολογούν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας-, εκείνη την τραγική στιγμή οι προπάτορές μας μετανοούσαν ειλικρινά και ζητούσαν ταπεινά συγγνώμη από τον απόλυτα φιλάνθρωπο Θεό. Αν γινόταν αυτό, ο Κύριος θα τους αποκαθιστούσε στην προπτωτική κατάστασή τους. Δυστυχώς όμως ο θρήνος των πρωτοπλάστων δεν ήταν αποτέλεσμα επίγνωσης του μεγέθους της ανυπακοής και της ανταρσίας τους κατά του Θεού. Δεν ήταν πράξη γνήσιας μετάνοιας και αίτημα συγγνώμης προς τον Θεό, αλλά ωφελιμιστικός σπαραγμός. Δεν θρηνούσαν για τη χαμένη αθωότητα και αγιότητα, αλλά για τη χαμένη υλική ευμάρεια του παραδείσου. Ούτε ένας λόγος μετάνοιας δεν ακούστηκε από τα χείλη τους.

Η ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ


Η θαυματουργική εικόνα της Παναγίας Γοργοϋπηκόου στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου του Αγίου Όρους.
Η θαυματουργική εικόνα της Παναγίας Γοργοϋπηκόου στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου του Αγίου Όρους.
Παρασκευή Ροκά
Ο άγιος Νικόδημος ως ορθόδοξος χριστιανός πρώτα, και υστέρα ως μοναχός και ιδιαίτερα αγιορείτης, έτρεφε μεγάλο σεβασμό και αγάπη στη Μητέρα του Κυρίου μας, την Υπεραγία Θεοτόκο. Ο Άθως «το άνθος των ορέων», όπου είχε φθάσει ο άγιος Νικόδημος με τρόπο θαυμαστό και είχε εγκαταβιώσει από τα εικοσιέξι του χρόνια, είναι όπως γνωρίζουμε κάτω από τα προστατευτικά φτερά της Πάναγνης Μαρίας, της Κυρίας και Βασίλισσας των αγγέλων. Την ιερή γη του Άθωνα η Παναγία «απέδειξεν άνωθεν και εξ αρχαίων χρόνων Παράδεισον εαυτής και οικείον περίβολον».
Η Παναγία ήταν το αγαλλίαμα της καρδίας του αγίου Νικοδήμου, αλλά και Εκείνη τον είχε κάτω από τη σκέπη και τη σκιά των πτερύγων της. Θρυλείται ότι όταν έγραφε ο άγιος για την Παναγία εμφανίσθηκε Εκείνη και του είπε· «Σε ευλογώ τέκνον μου Νικόδημε, και σε ενισχύω να γράφεις».
Ήταν Θεοτοκόφιλος άγιος και Θεοτοκόληπτος. Όταν έγραφε για την Παναγία, που δάνεισε σάρκα στον Απερίγραπτο Λόγο, κυριολεκτικά καταλαμβανόταν από ένθεο ενθουσιασμό και υπερεκχειλίζουσα αγάπη για το ιερό της Πρόσωπο και την εγκωμίαζε με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Η Παναγία τον φώτιζε και τον ενίσχυε στο έργο αυτό «τη δραστική δυνάμει και φωτοφόρω αυτής χάριτι».
Στο βιβλίο του «Αόρατος Πόλεμος» ο Άγιος Νικόδημος στο ΜΘ’ κεφάλαιο έγραψε ότι η Παναγία αποτελεί «μεθόριον αναμεταξύ της ακτίστου και κτιστής φύσεως· αύτη μόνη είναι Θεός άμεσος μετά τον Θεόν και έχει τα δευτερεία της Αγίας Τριάδος, ως ούσα μήτηρ αληθώς του Θεού».
Στην υποσημείωση δε του ΜΘ’ κεφαλαίου έγραψε ένα εξαίσιο κείμενο για την Παναγία «ουκ αποφαντικώς και δογματικώς αλλά διστακτικώς και μετά υποθέσεως». Στο κείμενο αυτό ο άγιος Νικόδημος έγραφε ότι αν τα εννέα τάγματα των αγγέλων έπεφταν από τον ουρανό, αν όλοι οι άνθρωποι γινόντουσαν κακοί, και αν τα λοιπά κτίσματα αποστατούσαν και έβγαιναν από τη φυσική τάξη που έθεσε ο Δημιουργός, αν όλα αυτά συνέβαιναν, δεν θα ήταν αρκετά να λυπήσουν τον Θεό, γιατί υπήρχε η Θεοτόκος που τον αγάπησε τόσο πολύ, υπάκουσε στο θέλημα του και έγινε χωρητική και δεκτική όλων των χαρισμάτων που διαμοίρασε στην κτίση· ένας κόσμος δεύτερος, ασύγκριτα υπέρτερος από τον αισθητό και νοητό κόσμο. Επίσης ότι ο αισθητός και νοητός κόσμος έγινε για την Παναγία, και η Παναγία για τον Χριστό «καθώς το περιβόλι γίνεται διά να φυτευθεί το δένδρον και πάλιν το δένδρον φυτεύεται διά τον καρπόν».
Το κείμενο αυτό ενόχλησε ορισμένους θεολόγους. Έτσι αναγκάσθηκε να γράψει την Απολογία του και να εκθειάσει την Παναγία Μητέρα του Κυρίου, βασισμένος και πάλι στους Πατέρες της Εκκλησίας και ιδιαίτερα στον θεοφόρο Μάξιμο Ομολογητή, στον Ανδρέα Κρήτης, και ιδιαίτερα στον φωστήρα της Θεσσαλονίκης Γρηγόριο Παλαμά που είχε λάβει το χάρισμα της Θεολογίας από την ίδια τη Θεομήτορα στην έρημο του Αγίου Όρους, κατά τον βιογράφο του άγιο Φιλόθεο Κόκκινο.
Στο «Εορτοδρόμιό» του, ένα έργο χαρμόσυνο και εορταστικό, που ανεβάζει στον ουρανό, ερμήνευσε τους κανόνες των δεσποτικών και θεομητορικών εορτών και του δόθηκε η ευκαιρία μαζί με τους υμνωδούς να υμνήσει κι’ αυτός με τη σειρά του την Πανάσπιλη Μητέρα του Κυρίου μας. Ερμήνευσε τον κανόνα του Ευαγγελισμού, ποίημα του Χρυσορρόα ποταμού Ιωάννη του Δαμασκηνού, αφού όπως αναφέρει στα Προλεγόμενα επικαλέσθηκε τη βοήθεια της Παναγίας· «Την βοήθειαν και χάριν της κεχαριτωμένης επικαλεσάμενος, ετόλμησα να ποιήσω κάποιαν ερμηνείαν εις αυτόν». Ερμήνευσε επίσης τους κανόνες της Κοιμήσεως που συνέθεσε «η εν Χριστώ τριπόθητος και ομόφρων δυάς των πνευματοκινήτων μουσικών» Ιωάννη Δαμάσκηνου και Κοσμά Μελωδού και έγραψε στα Προλεγόμενα ότι «ο της σοφίας χορηγός και ειρηνικός Βασιλεύς ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο Υιός της Αειπαρθένου Μαρίας, ηθέλησε να παραλάβει την Παναγίαν Μητέρα του, και να μεταθέσει αυτήν εις τα εν ουρανοίς αχειροποίητα Άγια των Αγίων, καθώς τα ωνόμασεν ο Παύλος, ίνα όπου εστίν ο Υιός εκεί ευρίσκεται και η Μήτηρ, και όπου βασιλεύει ο Υιός, εκεί να συμβασιλεύη και η τούτον γεννήσασα».
Ερμηνεύοντας φράση του ειρμού της θ’ ωδής της Πεντηκοστής «και παντεχνήμονι Λόγω σάρκα δανείσασα» έγραψε ο άγιος Νικόδημος ότι ο Υιός του Θεού είναι χρεώστης στην Παναγία όχι με δάνειο εξωτερικό, αλλά εσωτερικό, αφού έλαβε την ανθρώπινη φύση «εξ αυτής της φύσεως, ήτοι εξ αυτών των φυσικών και πανάγνων αιμάτων της Θεοτόκου», και γι’ αυτό ο Υιός του Θεού «χρεώστης παντοτινός ευρίσκεται εις την Μητέρα του».
Σαν χρεώστης ο Υιός του Θεού στη Μητέρα του έπρεπε να τη δοξάσει με όλες τις θεοπρεπείς δόξες και τιμές, με όσες δεν δόξασε ποτέ άλλο κτίσμα. Κατά δεύτερο λόγο «πρέπει χρεωστικώς να εισακούει τας ικεσίας και αιτήσεις όπου τω προσφέρει η Μήτηρ του».
Ο άγιος Νικόδημος ερμήνευσε και την ένατη ωδή της Θεοτόκου, στο βιβλίο του «Κήπος χαρίτων». Την ωδή αυτή θεωρεί ως «ωδήν καινήν» και «ωδήν της νέας χάριτος του Ευαγγελίου». Η ωδή αυτή από όλες τις άλλες ωδές έχει τα πρωτεία, «διότι και ο ποιητής αυτής εστάθη μία παντοβασίλισσα και μία Μήτηρ του ποιητού των απάντων». Στην ερμηνεία λοιπόν της ενάτης ωδής έγραψε για την «Τριπάρθενο» και «Δαυίτιδα» κόρη και για το αειπάρθενον ότι «ωσπερ, προ τόκου, παρθένος ην, ούτω και εν τω τόκω, παρθένος διεφυλάχθη και μετά τόκον παρθένος διέμεινε και ην αεί Αειπάρθενος».

Μή φοβού Μαριάμ…


Παναγία, βημόθυρο (λεπτομέρεια) γύρω στα 1200. Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου
του Αγίου Ανδρέου Κρήτης
 «Αυτή», λέει η Γραφή, «ταράχτηκε με τα λόγια του και προσπαθούσε να εξηγήσει τί σήμαινε ο χαιρετισμός αυτός». Ταράχτηκε, λέει, όχι επειδή ένιωσε κάποια απιστία μέσα της, κάθε άλλο, αλλά περισσότερο από ευλάβεια εξαιτίας του παράξενου λόγου, επειδή νόμισε ότι ήταν κάτι σαν οιωνός αυτό που άκουσε. Δεν έπαθε αυτό που συνέβη στο Ζαχαρία προηγουμένως, όταν έδειξε απιστία στα άδυτα εξαιτίας της οποίας τιμωρήθηκε στα φωνητικά του όργανα και η αφωνία του διαδέχθηκε την ατεκνία του. Αλλά καθώς ήταν καθαρή από κάθε ψεγάδι και από οποιαδήποτε επαφή με άνδρα, δηλαδή από κάθε ελευθεριάζουσα σχέση, και συνήθισε να έχει προσηλωμένο τον νου της σταθερά προς τα ουράνια, έτσι δέχτηκε μες στη ψυχή της την ταραχή, που προκάλεσε ο ασπασμός προς αυτήν. Έπρεπε λοιπόν αυτή, όπως είναι φυσικό, να αμφιβάλει αμέσως καθώς δεν είχε ελευθερία λόγου, σκεφτόταν πρώτα να εξετάσει αυτό που ειπώθηκε, ώστε να μην, όπως θα μπορούσε να πει κανείς, ακούσει απερίσκεπτα κι όπως νάναι αυτόν που μιλούσε. Γι’ αυτό πάρα πολύ σωστά υπογραμμίζει ο Ευαγγελιστής λέγοντας· «Προσπαθούσε να εξηγήσει», σαν να εξέταζε με το κριτήριο της καθαρής διάνοιας τη σκέψη, για να μην παραδεχτεί άκριτα αυτό που άκουσε. Έλεγε· «Τί σημαίνει ο χαιρετισμός αυτός;».
Γιατί ήταν φυσικό αυτή που καταγόταν από ευγενική γενιά και ήταν θυγατέρα Δαβίδ, να μην αγνοεί τις θεϊκές διηγήσεις των Γραφών και να στρέψει αμέσως το νου της στην πτώση της πρώτης μητέρας του γένους των ανθρώπων, να θυμηθεί την αμαρτία που προήλθε από την απάτη και όσα άλλα παρόμοια έχουν γραφεί από τους παλαιότερους. Ο Ευαγγελιστής λοιπόν πολύ σωστά την παρουσιάζει να εξετάζει το γεγονός, αφού ήθελε να δείξει και πόσο οξύνους ήταν και ακόμη παρουσίασε τη σταθερή και ασφαλή γνώση της, όπως επίσης και την αυτοσυγκέντρωσή της. Γιατί αφού ακόμη δεν ερευνήθηκε η αξιολόγηση του καλού με την παράλληλη έρευνα του στοχασμού της, δεν έπρεπε να δεχτεί τον χαιρετισμό.
 Παρόλο που προσπαθούσε να ηρεμήσει την ταραχή της ψυχής της, δεν είπε τίποτε, μόνο με την έκφρασή της για λίγο έδειξε ένα μικρό δισταγμό. Έτσι έδειχνε την κατάσταση της ψυχής της, τη σταθερότητα του χαρακτήρα της και αντί διαμαρτυρίας ψιθύρισε μόνο· «Τί σημαίνει ο χαιρετισμός αυτός;», και μονολογούσε· «Μήπως μόνο εγώ απ’ όλες τις γυναίκες θα νεωτερίσω όσον άφορα τη φύση μου; Μήπως μόνο εγώ θα μπορέσω να κυοφορήσω, χωρίς να έλθω σε επαφή με άνδρα; Τί σημαίνει ο χαιρετισμός αυτός; Ποιός είναι αυτός και από πού ήλθε που έφερε σε μένα αυτή την είδηση; Να θεωρήσω άνθρωπο αυτόν που μίλησε, όμως φαίνεται να μην έχει σώμα. Θα τον θεωρήσω άγγελο, παρόλο που μιλά σαν άνθρωπος. Αγνοώ τί είναι αυτό που βλέπω και απορώ γι’ αυτό που ακούω».
Πώς αντέδρασε λοιπόν ο Γαβριήλ; Μόλις αντιλήφθηκε την ταραχή της κόρης, τίποτε άλλο δεν σκέφθηκε, παρά μίλησε και είπε· «Μη φοβάσαι Μαριάμ, ο Θεός σου έδωσε τη χάρη του». Πρώτα καταπράυνε το φόβο της κι έπειτα για να την ενθαρρύνει έτσι την τόνωσε· «Μη φοβάσαι», λέγοντας, «ο Θεός σου έδωσε τη χάρη του αυτήν που έχασε η Εύα». Λέγοντας τη χάρη, διέλυσε την αμφιβολία της σκέψης της και την αμφιβολία που είχε ως εκείνη τη στιγμή. Με την επίκληση του «Ο Θεός σου έδωσε τη χάρη του», φαίνεται ότι εξουδετέρωσε το φόβο της Παρθένου.
«Μη φοβάσαι Μαριάμ, δεν ήλθα να σε εξαπατήσω, ούτε να σε παραπλανήσω, δεν σου μιλά το φίδι που σφυρίζει, δεν σου μιλώ από τη γη. Ήλθα από τα επουράνια να σου φέρω την καλή είδηση, όχι απλώς καλή άλλα και πολύ χαρούμενη. Μη φοβάσαι Μαριάμ, δεν είναι κοροϊδευτικός ο χαιρετισμός, δεν είναι λυπηρό το μήνυμα. Ο Κύριος είναι μαζί σου, ο χορηγός κάθε χαράς, ο Σωτήρας όλου του κόσμου. Είναι μαζί σου αυτός που ποτέ δεν εγκατέλειψε τον πατρικό κόλπο, αυτός που έχει συλληφθεί στη μήτρα σου. Σε ονόμασα κεχαριτωμένη, για να σου φανερώσω τη χαρά του μυστηρίου που θα συμβεί σε σένα, Κεχαριτωμένη, γιατί θα δεχτείς τη μεγάλη χαρά στη μήτρα σου και τη στολή που πραγματικά είναι χαριτωμένη με τη λαμπρότητα των θεϊκών χαρισμάτων. Σε προσφώνησα «Ο Κύριος είναι μαζί σου», για να σου αναγγείλω την εξουσία αυτού που σύντομα θα εγκατασταθεί μέσα σου. Αυτός είναι βέβαια «Κύριος και Θεός εξουσιαστής, αρχηγός της ειρήνης και πατέρας του μέλλοντος αιώνος», και για σένα την Παρθένο Υιός και Σωτήρας όλων. «Ο Κύριος είναι μαζί σου», δηλαδή είναι μαζί σου η χάρη και η αλήθεια, ο Κύριος του νόμου, Πατέρας της χάρης και πηγή της αλήθειας.